Ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τα Χανιά συνέδεσε ανοιχτά την κυβερνητική στρατηγική με την προετοιμασία για τρίτη θητεία. Έθεσε ως άξονες επενδύσεις, ανάπτυξη και αυστηρή τήρηση των δημοσιονομικών ορίων, απέναντι στην ακρίβεια και τον ευρωπαϊκό λαϊκισμό.
Σε μια απολύτως πολιτική παρέμβαση, με φόντο την ημερίδα του Economist στα Χανιά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μετέφερε τη συζήτηση από την τρέχουσα διαχείριση της ακρίβειας στη στρατηγική για το 2030 και, κυρίως, στην προετοιμασία για μια τρίτη κυβερνητική θητεία. Η τοποθέτησή του κινήθηκε στη γραμμή «σταθερότητα, επενδύσεις, δημοσιονομική πειθαρχία», με σαφή στόχο να παρουσιαστεί η σημερινή πολιτική ως συνέχεια ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου και όχι ως αποσπασματική διαχείριση κρίσεων.
Η «τρίτη θητεία» ως δηλωμένος πολιτικός στόχος
Ο Πρωθυπουργός δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών: «Προετοιμαζόμαστε για μία τρίτη θητεία με δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις», είπε, συνδέοντας ευθέως την οικονομική στρατηγική με τον εκλογικό ορίζοντα. Επικαλέστηκε τη «διπλή εκλογική νομιμοποίηση» και την υλοποίηση «των περισσότερων δεσμεύσεων» ως βάση για να ζητήσει εκ νέου εμπιστοσύνη.
Η αναφορά του ότι «οι άνθρωποι δεν σε ψηφίζουν ποτέ μόνο για όσα έχεις κάνει» δείχνει πως το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί ήδη να μετατρέψει τον απολογισμό της διακυβέρνησης σε εφαλτήριο για την επόμενη τετραετία. Η επίκληση της συνέπειας στις προεκλογικές δεσμεύσεις του 2023 λειτουργεί ως κεντρικό επιχείρημα για τη διεκδίκηση συνέχειας στην εξουσία.
Δημοσιονομικό πλεόνασμα: ανάμεσα σε οικογένειες και ΦΠΑ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος που ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιέγραψε τις δημοσιονομικές επιλογές: «Αν έχω ένα δημοσιονομικό πλεόνασμα να διαθέσω, πήρα τη συνειδητή απόφαση να στηρίξω οικογένειες με παιδιά. Θα μπορούσα, για παράδειγμα, να μειώσω τον ΦΠΑ». Με αυτή τη φράση, ο Πρωθυπουργός αποτυπώνει καθαρά τη φιλοσοφία στοχευμένων παρεμβάσεων αντί οριζόντιων μειώσεων φόρων.
Η τοποθέτηση αυτή φωτίζει το κεντρικό δίλημμα της οικονομικής πολιτικής: περιορισμένοι πόροι, αυξημένες κοινωνικές πιέσεις και η ανάγκη επιλογών με σαφείς ωφελημένους. Η ρητή προτεραιότητα στις οικογένειες με παιδιά δείχνει πού κατευθύνεται η κυβερνητική στόχευση, αλλά αφήνει ανοικτό το ερώτημα για το πώς αντιμετωπίζονται άλλες ομάδες που πλήττονται από την ακρίβεια.
Ακρίβεια, λαϊκισμός και το αφήγημα της «δοκιμασμένης συνταγής»
Ο Πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι «η ακρίβεια και ο πληθωρισμός αποτελούν μεγάλο πρόβλημα» και ότι οι πολίτες «δικαιολογημένα νοιάζονται για το διαθέσιμο εισόδημά τους». Ωστόσο, έσπευσε να αποκλείσει τις «εύκολες λύσεις» που αποδίδει σε λαϊκιστές «τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερά», υπογραμμίζοντας ότι «ό,τι κι αν κάνουμε πρέπει να γίνει εντός των ορίων των δημοσιονομικών δυνατοτήτων μας».
Η αναφορά ότι η Ελλάδα «έχει ήδη πειραματιστεί με τον λαϊκισμό – και δεν πήγε πολύ καλά» αποτελεί σαφή υπενθύμιση της μνημονιακής περιόδου και της απειλής χρεοκοπίας. Το μήνυμα προς τους ψηφοφόρους είναι διπλό: αφενός, ότι η σημερινή πολιτική σταθερότητα και η δημοσιονομική πειθαρχία είναι κεκτημένο που δεν πρέπει να τεθεί σε κίνδυνο· αφετέρου, ότι οι προτάσεις για πιο γενναίες παρεμβάσεις στο κόστος ζωής εντάσσονται στο πλαίσιο μιας «επανεμφάνισης» του λαϊκισμού με «rebranding».
Μισθοί, εισοδήματα και η υπόσχεση ανάπτυξης
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε ότι «προσπαθούμε στη δεύτερη θητεία να στηρίξουμε τα εισοδήματα», επισημαίνοντας ότι «ο κατώτατος φτάνει τα 950 ευρώ» και «ο μέσος μισθός ξεπερνάει τα 1.500 ευρώ». Συνέδεσε τη βελτίωση των αμοιβών με την επιστροφή Ελλήνων από το εξωτερικό και τη δημιουργία «καλών θέσεων εργασίας».
Ταυτόχρονα, αναγνώρισε ότι «υπάρχουν, όμως, πολλοί που δυσκολεύονται», επαναφέροντας το πλαίσιο των «δημοσιονομικών δυνατοτήτων» ως όριο σε κάθε νέα παρέμβαση. Έτσι, το αφήγημα της ανάπτυξης και των αυξημένων μισθών συνυπάρχει με την παραδοχή ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, χωρίς υπόσχεση για ριζικά μέτρα πέραν όσων επιτρέπει το πλεόνασμα.
Επενδύσεις, ενέργεια και το «έξυπνο κράτος»
Η στρατηγική για την επόμενη περίοδο στηρίζεται, σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό, σε δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, με το κράτος να «παίζει ρόλο με συνθήκες για να ευημερήσουν οι επενδύσεις». Στον τομέα της ενέργειας, περιέγραψε μια «κατακερματισμένη αγορά» και έθεσε την ανάγκη για «ευρωπαϊκό ρυθμιστή ενέργειας» και «περισσότερες επενδύσεις στα δίκτυα».
Τόνισε ότι «η Ελλάδα έχει γίνει σημαντικός καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας», αποδίδοντας αυτό στην παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές και στο χαμηλότερο κόστος σε σχέση με γειτονικές χώρες. Παράλληλα, μίλησε για αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για ένα πιο «έξυπνο κράτος», με παράδειγμα το gov.gr και την ανάληψη εσωτερικού ελέγχου στο σύστημα αγροτικών επιδοτήσεων, ώστε να συνδυαστούν «βιωσιμότητα και ανάπτυξη».
Κρήτη: διασυνδέσεις, αεροδρόμιο και ΒΟΑΚ
Ειδικά για την Κρήτη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέδειξε τρία έργα ως κομβικά: τις δύο ηλεκτρικές διασυνδέσεις με την ηπειρωτική Ελλάδα, την κατασκευή του νέου αεροδρομίου στο Καστέλλι Ηρακλείου και την κατασκευή του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης. Τα έργα αυτά παρουσιάζονται ως υποδομές που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια, τη συνδεσιμότητα και την περιφερειακή ανάπτυξη.
Η επιλογή της Κρήτης ως σκηνικού για τη συζήτηση περί «μετάβασης» και επενδύσεων δεν είναι τυχαία: συνδέει την κυβερνητική αφήγηση για πράσινη ενέργεια, τουρισμό και υποδομές με μια περιφέρεια που έχει ισχυρό πολιτικό και οικονομικό βάρος.
Εμπιστοσύνη στους θεσμούς και λογοδοσία
Ο Πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η κυβέρνηση «κατάφερε να αποκαταστήσει έναν ελάχιστο βαθμό εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς», αποδίδοντας αυτό στη λογοδοσία. Κάλεσε τους πολίτες «να πάρουν κυριολεκτικά το πρόγραμμά μας» του 2023 και «να τσεκάρουν ένα-ένα τα σημεία», εκτιμώντας ότι θα διαπιστώσουν πως «έχουμε πράγματι υλοποιήσει τις περισσότερες από τις δεσμεύσεις μας».
Η αναφορά αυτή επιχειρεί να μετατρέψει τη σχέση κυβέρνησης–κοινωνίας σε σχέση συμβολαίου, όπου η αξιοπιστία μετριέται με βάση την τήρηση συγκεκριμένων υποσχέσεων. Ωστόσο, η ίδια η παραδοχή ότι «υπάρχει ακόμη πολλή δουλειά να γίνει» δείχνει ότι το ζήτημα της εμπιστοσύνης παραμένει ανοιχτό και θα αποτελέσει κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης με την αντιπολίτευση στον δρόμο προς τις επόμενες εκλογές.
Σχόλιο
: Για τον πολίτη, το μήνυμα από τα Χανιά είναι ότι η κυβέρνηση ζητά ουσιαστικά «πίστωση χρόνου» για μια τρίτη θητεία, προσφέροντας ως αντάλλαγμα σταθερότητα, επενδύσεις και σταδιακή βελτίωση μισθών, αλλά χωρίς ρήξη με τους δημοσιονομικούς κανόνες. Αυτό σημαίνει ότι δεν προαναγγέλλονται θεαματικές παρεμβάσεις στην ακρίβεια, αλλά συνέχιση στοχευμένων μέτρων, με προτεραιότητα σε οικογένειες και σε επενδύσεις σε ενέργεια, υποδομές και ψηφιακό κράτος. Στην πράξη, η πολιτική σύγκρουση θα περιστραφεί γύρω από το αν αυτό το μείγμα σταθερότητας και περιορισμένων πόρων επαρκεί για όσους εξακολουθούν να δυσκολεύονται στην καθημερινότητα, και αν η επίκληση της «δοκιμασμένης» αντιλαϊκιστικής συνταγής πείθει μια κοινωνία που βιώνει με ένταση το κόστος ζωής.






