Η εικόνα ενός αποδυναμωμένου Ιράν μετά τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα αποδεικνύεται υπεραπλουστευμένη. Νεότερες εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών δείχνουν ότι η Τεχεράνη όχι μόνο διατηρεί σημαντικό μέρος των στρατιωτικών της δυνατοτήτων, αλλά προχωρά ήδη σε ταχεία ανασυγκρότηση της αμυντικής της βιομηχανίας, σε ρυθμούς που ξεπερνούν τις αρχικές προβλέψεις.
Κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας που ξεκίνησε στις αρχές Απριλίου, το Ιράν κατάφερε να επανεκκινήσει την παραγωγή drones, κάτι που αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η βιομηχανική του βάση παραμένει λειτουργική. Η σημασία αυτού του στοιχείου είναι κομβική, καθώς τα drones έχουν εξελιχθεί στο βασικό εργαλείο ασύμμετρου πολέμου, επιτρέποντας στην Τεχεράνη να διατηρεί επιχειρησιακή πίεση ακόμη και με περιορισμένες συμβατικές δυνατότητες.
Οι ίδιες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι η πλήρης αποκατάσταση της ικανότητας επιθέσεων με drones μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε έξι μήνες. Πρόκειται για εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι μιλάμε για ανασυγκρότηση σε συνθήκες πολέμου και υπό καθεστώς κυρώσεων.
Το πιο κρίσιμο όμως δεν είναι η ταχύτητα παραγωγής, αλλά το γεγονός ότι το Ιράν δεν ξεκινά από μηδενική βάση. Παρά τα πλήγματα, μεγάλο μέρος του στρατιωτικού του αποθέματος παραμένει ενεργό. Εκτιμάται ότι έως και τα δύο τρίτα των εκτοξευτών πυραύλων έχουν επιβιώσει, ενώ περίπου το 50% των drones εξακολουθεί να είναι διαθέσιμο. Παράλληλα, σημαντικό ποσοστό των παράκτιων πυραυλικών συστημάτων παραμένει άθικτο, διατηρώντας την ικανότητα ελέγχου και απειλής στα Στενά του Ορμούζ.
Αυτό σημαίνει ότι η στρατιωτική εξίσωση δεν έχει μηδενιστεί, αλλά απλώς έχει μετατοπιστεί. Το Ιράν μπορεί να έχει υποστεί απώλειες, αλλά εξακολουθεί να διαθέτει λειτουργική στρατιωτική υποδομή, την οποία μπορεί να ενισχύσει γρήγορα. Και αυτό αλλάζει πλήρως το στρατηγικό αφήγημα.
Η ταχύτητα της ανάκαμψης βασίζεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Πρώτον, η ζημιά που προκλήθηκε από τα πλήγματα φαίνεται να ήταν μικρότερη από ό,τι είχε παρουσιαστεί πολιτικά. Δεύτερον, μέρος της αμυντικής βιομηχανίας ήταν διασπαρμένο και προστατευμένο, γεγονός που επέτρεψε τη γρήγορη επανεκκίνηση. Τρίτον, το Ιράν συνεχίζει να έχει πρόσβαση σε εξαρτήματα και τεχνολογία από το εξωτερικό, με αναφορές να επισημαίνουν στήριξη από τη Ρωσία και την Κίνα, έστω και σε επίπεδο υλικών διπλής χρήσης.
Η αντίφαση μεταξύ των επίσημων δηλώσεων και των πληροφοριών είναι επίσης ενδεικτική. Ενώ στρατιωτικοί αξιωματούχοι είχαν κάνει λόγο για σχεδόν πλήρη καταστροφή της ιρανικής αμυντικής βάσης, οι εκτιμήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών δείχνουν ότι η πραγματική καθυστέρηση στην ανασυγκρότηση είναι θέμα μηνών και όχι ετών.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι αν οι εχθροπραξίες επανεκκινήσουν, το Ιράν θα είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει ένα υβριδικό μοντέλο πολέμου, συνδυάζοντας πυραυλικά πλήγματα με μαζικές επιθέσεις drones. Το σενάριο αυτό αυξάνει σημαντικά την πίεση προς το Ισραήλ και τις χώρες του Κόλπου, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί υψηλό τον κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα και τις ενεργειακές ροές.
Η μεγάλη εικόνα είναι ότι ο πόλεμος δεν έχει «λύσει» το ιρανικό στρατιωτικό ζήτημα. Αντίθετα, έχει μετατρέψει τη σύγκρουση σε αγώνα αντοχής και ταχύτητας ανασυγκρότησης. Και σε αυτό το επίπεδο, η Τεχεράνη δείχνει να έχει πλεονέκτημα.
SBC Σχόλιο: Η στρατηγική των πληγμάτων βασίζεται στην υπόθεση ότι ο αντίπαλος δεν θα προλάβει να ανακάμψει. Το Ιράν αποδεικνύει το αντίθετο. Και όταν ο αντίπαλος επιστρέφει πιο γρήγορα από το αναμενόμενο, τότε το πρόβλημα δεν είναι τα πλήγματα – είναι η στρατηγική που τα σχεδίασε.







