Φρένο στις τιμές κατοικίας μετά οκταετία ανόδου, αλλά όχι διόρθωση

Η ελληνική αγορά κατοικίας περνά από τη φάση της εκρηκτικής ανόδου σε περίοδο εκλογίκευσης. Οι τιμές ακόμη αυξάνονται, αλλά οι ρυθμοί επιβραδύνονται, η γη φθηναίνει και τα πρώτα ενοίκια υποχωρούν.

Μετά από οκτώ συνεχόμενα χρόνια ανόδου, η ελληνική αγορά κατοικίας δείχνει για πρώτη φορά καθαρά σημάδια επιβράδυνσης. Οι ζητούμενες τιμές παραμένουν ανοδικές, όμως η δυναμική τους εξασθενεί, η γη καταγράφει πανελλαδική πτώση, ενώ σε ορισμένες περιοχές αρχίζει να φαίνεται και διόρθωση στα ενοίκια.

Τι δείχνουν τα νέα στοιχεία για τιμές, γη και ενοίκια

Σύμφωνα με τα στοιχεία αγγελιών που επεξεργάζεται το δίκτυο Spitogatos, οι ζητούμενες τιμές πώλησης κατοικιών το 2026 αυξάνονται κατά 7,9% σε σχέση με το 2025, έναντι 8,8% που ήταν η αντίστοιχη άνοδος το 2025 σε σχέση με το 2024. Στα επαγγελματικά ακίνητα, η αύξηση περιορίζεται στο 5,1% από 7,8% την προηγούμενη περίοδο.

Η πρώτη πραγματική αρνητική ένδειξη έρχεται από τη γη: το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι ζητούμενες τιμές οικοπέδων υποχωρούν κατά 1,7% σε πανελλαδικό επίπεδο, αντιστρέφοντας την αύξηση 1,5% που είχε καταγραφεί την περίοδο 2024-2025. Παράλληλα, τα ενοίκια, αν και συνολικά παραμένουν ανοδικά, επιβραδύνουν αισθητά: κινούνται με ρυθμό 4,2% έναντι 6,7% ένα χρόνο πριν.

Πίσω από τους αριθμούς διακρίνεται μια αγορά που δεν «σπάει», αλλά χάνει ταχύτητα. Η οκταετής περίοδος ανόδου, που ξεκίνησε από τα χαμηλά του 2018 στις τιμές πώλησης και του 2015 στις ενοικιάσεις, φαίνεται να πλησιάζει στο σημείο καμπής της.

Περιοχές όπου η επιβράδυνση γίνεται ήδη ορατή

Η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα. Στις Κυκλάδες, μια από τις πιο «θερμές» αγορές της προηγούμενης περιόδου, τα ζητούμενα ενοίκια καταγράφουν πτώση περίπου 7% στο πρώτο τρίμηνο του 2026, μετά από άνοδο 12% την περίοδο 2024-2025. Στην Αττική, ο Πειραιάς είναι η πρώτη περιοχή όπου τα ενοίκια γυρίζουν αρνητικά, με μείωση 1,8% έναντι αύξησης 5,7% την προηγούμενη χρονιά.

Στη Θεσσαλονίκη, δεν υπάρχει ακόμη πτώση, αλλά η επιβράδυνση είναι έντονη: τα ενοίκια αυξάνονται κατά 5,1% φέτος, από 13,5% την περίοδο 2024-2025, όταν η προοπτική του μετρό είχε τροφοδοτήσει ισχυρή άνοδο. Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζεται και στις τιμές πώλησης: στη Θεσσαλονίκη η άνοδος περιορίζεται στο 4,2% από 12,5%, ενώ στον Πειραιά η αύξηση πέφτει στο 2,3% από 7,1%.

Στην Αθήνα, οι «πρωταθλητές» της προηγούμενης φάσης, το κέντρο και τα νότια προάστια, μπαίνουν επίσης σε φάση πιο ήπιων ρυθμών. Το κέντρο της πρωτεύουσας κινείται πλέον στο 7,9% από 11,7%, ενώ τα νότια προάστια περιορίζονται στο 4,1% από 9,1%. Αντίθετα, τα βόρεια προάστια διατηρούν σχετικά σταθερή δυναμική, με αυξήσεις άνω του 7%, προσελκύοντας ολοένα και περισσότερο ξένο ενδιαφέρον ως εναλλακτική στο παραλιακό μέτωπο.

Υψηλή ζήτηση, δύσκολες συναλλαγές: το «παιχνίδι αναμονής»

Παρά την επιβράδυνση των τιμών, η ζήτηση για ακίνητα δεν έχει υποχωρήσει. Οι αναζητήσεις στα κανάλια του Spitogatos εμφανίζονται αυξημένες κατά περίπου 12% σε σχέση με πέρυσι, ένδειξη ότι το ενδιαφέρον –εγχώριο και ξένο– παραμένει ισχυρό. Ωστόσο, η αύξηση των αναζητήσεων δεν μεταφράζεται εύκολα σε πράξεις.

Οι Έλληνες υποψήφιοι αγοραστές, πιεσμένοι από το αυξημένο κόστος ζωής και την αβεβαιότητα, τηρούν σε μεγάλο βαθμό στάση αναμονής. Ένα μέρος τους προσδοκά ότι οι τιμές θα διορθώσουν, ένα άλλο απλώς αδυνατεί να ακολουθήσει τα επίπεδα τιμών που έχουν διαμορφωθεί. Από την άλλη πλευρά, οι κατασκευαστές και οι εργολάβοι δηλώνουν ότι δεν έχουν ουσιαστικά περιθώρια για μείωση τιμών, εξαιτίας του αυξημένου κόστους κατασκευής και του ήδη υψηλού κόστους γης.

Το αποτέλεσμα είναι ένα «πάγωμα» στις διαπραγματεύσεις: οι αγοραστές πιέζουν για χαμηλότερες τιμές, οι πωλητές αντιστέκονται, και οι συναλλαγές γίνονται πιο σπάνιες και πιο χρονοβόρες. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιβράδυνση στις τιμές δεν είναι ακόμη προϊόν μαζικών μειώσεων, αλλά κυρίως ένδειξη ότι η αγορά έχει φτάσει κοντά στα όρια αντοχής του εγχώριου εισοδήματος.

Κόστος κατασκευής και πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» αλλάζουν την εξίσωση

Κρίσιμος παράγοντας για την πορεία των τιμών είναι η πλευρά της προσφοράς. Το αυξημένο κόστος οικοδομικών υλικών, το ενεργειακό κόστος και οι αναταράξεις στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες συμπιέζουν τα περιθώρια των κατασκευαστών. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν η ζήτηση κάμψει, η μετάδοση σε χαμηλότερες τιμές δεν είναι αυτόματη.

Επιπλέον, σύμφωνα με την ανάλυση της αγοράς, το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» λειτούργησε ως προσωρινό «μαξιλάρι» για την άνοδο των τιμών το 2026, ενισχύοντας τη ζήτηση σε συγκεκριμένα τμήματα της αγοράς και μεταθέτοντας χρονικά την εμφάνιση πιο έντονων πιέσεων. Χωρίς αυτή την παρέμβαση, η φθίνουσα πορεία στις τιμές πώλησης θα είχε πιθανότατα καταγραφεί νωρίτερα.

Η σύγκρουση μεταξύ εισοδηματικών ορίων των νοικοκυριών και δομικού κόστους κατασκευής δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η «κλασική» διόρθωση μέσω γενικευμένης πτώσης τιμών δυσκολεύεται να εκδηλωθεί. Αντί γι’ αυτό, διαμορφώνεται μια αγορά δύο ταχυτήτων: οι νέες κατασκευές παραμένουν ακριβές, συμπαρασύροντας και τις τιμές των παλαιότερων ακινήτων, ενώ η προσαρμογή εκδηλώνεται κυρίως μέσω της μείωσης του όγκου συναλλαγών και της μετακίνησης της ζήτησης σε πιο οικονομικές επιλογές.

Η στροφή των ξένων αγοραστών και οι νέες ισορροπίες

Στο μέτωπο του εξωτερικού ενδιαφέροντος, η εικόνα είναι επίσης ενδεικτική της νέας φάσης. Οι αναζητήσεις από ξένους για αγορά κατοικίας στην Ελλάδα αυξάνονται κατά τουλάχιστον 5% σε σχέση με πέρυσι, παρά τη γεωπολιτική αστάθεια και τις αλλαγές στο καθεστώς της «Χρυσής Βίζας».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναδιάταξη των βασικών αγορών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες –συμπεριλαμβανομένης της ομογένειας– καταλαμβάνουν πλέον την πρώτη θέση στις αναζητήσεις, εκτοπίζοντας τη Γερμανία. Η μέση ζητούμενη τιμή για τους αγοραστές από τις ΗΠΑ κινείται λίγο πάνω από τις 358.000 ευρώ, σημαντικά υψηλότερα από τις περίπου 219.000 ευρώ των Γερμανών αγοραστών.

Το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται στην τρίτη θέση σε αριθμό αναζητήσεων, με μέση διαθέσιμη δαπάνη γύρω στις 279.000 ευρώ, ενώ Βούλγαροι και Σέρβοι κινούνται σε χαμηλότερα επίπεδα, κάτω από τις 200.000 ευρώ. Παράλληλα, η Κίνα εμφανίζει εκ νέου αυξημένη κινητικότητα, παρά την άνοδο των ορίων επένδυσης για τη χορήγηση αδειών διαμονής, επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα παραμένει σημείο αναφοράς για κεφάλαια εκτός Ευρώπης.

Η ενίσχυση του ξένου ενδιαφέροντος, ειδικά σε συγκεκριμένες περιοχές της Αθήνας και σε τουριστικούς προορισμούς, λειτουργεί ως αντίρροπη δύναμη στις πιέσεις που ασκεί το εγχώριο εισόδημα στις τιμές. Ταυτόχρονα, όμως, διευρύνει το χάσμα προσβασιμότητας για τα ελληνικά νοικοκυριά, ιδιαίτερα σε αγορές με περιορισμένη νέα προσφορά και ισχυρό τουριστικό προφίλ.

Τι προοιωνίζεται η επιβράδυνση για την επόμενη μέρα

Η παρούσα φάση δεν συνιστά ακόμη «στροφή κύκλου» με την κλασική έννοια μιας γενικευμένης πτώσης τιμών. Συνιστά, όμως, ένα σαφές σήμα ότι η περίοδος της ανεμπόδιστης ανόδου πλησιάζει στο τέλος της. Με δεδομένο ότι η ζήτηση παραμένει υψηλή αλλά περισσότερο επιλεκτική, και ότι το κόστος κατασκευής δύσκολα θα επιστρέψει στα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας, η προσαρμογή είναι πιθανό να εκδηλωθεί σταδιακά, ανά περιοχή και κατηγορία ακινήτου.

Κρίσιμος παράγοντας θα είναι η πορεία των επιτοκίων, η εξέλιξη των εισοδημάτων και η φορολογική πολιτική στην ακίνητη περιουσία. Σε ένα περιβάλλον όπου οι τράπεζες παραμένουν πιο προσεκτικές στη στεγαστική πίστη και τα νοικοκυριά λειτουργούν με αυξημένη επιφυλακτικότητα, η αγορά κατοικίας τείνει να απομακρύνεται από το μοντέλο ταχείας κεφαλαιακής υπεραξίας και να στρέφεται περισσότερο στη μακροπρόθεσμη απόδοση και στη λειτουργική χρήση.

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία, η επιβράδυνση στις τιμές κατοικίας λειτουργεί ως διπλό σήμα. Από τη μία πλευρά, μειώνει τον κίνδυνο δημιουργίας μιας νέας «φούσκας» σε μια περίοδο όπου το κόστος χρήματος και η διεθνής αβεβαιότητα παραμένουν αυξημένα. Από την άλλη, αναδεικνύει τα διαρθρωτικά κενά της αγοράς: έλλειψη προσιτής κατοικίας για τα μεσαία στρώματα, περιορισμένη νέα προσφορά σε λογικό κόστος και έντονη εξάρτηση από ξένα κεφάλαια και τουριστική ζήτηση.

Για τις τράπεζες και την κεφαλαιαγορά, η σταδιακή εκλογίκευση των τιμών μειώνει τον συστημικό κίνδυνο, αλλά θέτει υπό δοκιμασία τα επιχειρηματικά μοντέλα που στηρίχθηκαν σε υψηλές αποτιμήσεις γης και γρήγορες υπεραξίες. Για τα νοικοκυριά, η επόμενη φάση θα κριθεί από το αν η Πολιτεία θα κινηθεί πέρα από αποσπασματικά προγράμματα επιδότησης και θα διαμορφώσει μια συνεκτική στεγαστική πολιτική, που θα συνδέει την αστική ανάπτυξη, τη φορολογία και την κοινωνική συνοχή. Σε κάθε περίπτωση, η αγορά κατοικίας περνά από την εποχή της εύκολης ανόδου στην εποχή των δύσκολων επιλογών.

#ακίνητα #τιμές_κατοικίας #ενοίκια #Spitogatos #ελληνική_οικονομία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.