Το ξέσπασμα χανταϊού σε κρουαζιερόπλοιο με τρεις θανάτους κινητοποιεί διεθνείς αρχές, αλλά ο ΠΟΥ μιλά για χαμηλό κίνδυνο. Η υπόθεση αναδεικνύει τα κενά ελέγχου σε ταξίδια υψηλού τουριστικού και οικονομικού ενδιαφέροντος.
Η διεθνής ανησυχία γύρω από τον χανταϊό αναζωπυρώθηκε μετά το ξέσπασμα κρουσμάτων στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, ωστόσο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας σπεύδει να χαμηλώσει τους τόνους, ξεκαθαρίζοντας ότι η κατάσταση «δεν θυμίζει πανδημία τύπου Covid-19». Παρά τους τρεις θανάτους και τα επιβεβαιωμένα κρούσματα, ο κίνδυνος για το ευρύ κοινό αξιολογείται ως χαμηλός.
Το περιστατικό στο MV Hondius και το διεθνές «σαφάρι» ιχνηλάτησης
Το κρουαζιερόπλοιο, που είχε αποπλεύσει από την Αργεντινή στις αρχές Απριλίου, πραγματοποίησε εξερευνητικού τύπου κρουαζιέρα με στάσεις σε απομονωμένα νησιά και δραστηριότητες παρατήρησης άγριας ζωής. Σε αυτό το πλαίσιο, καταγράφηκαν πέντε επιβεβαιωμένα και τρία ύποπτα κρούσματα χανταϊού, με απολογισμό τρεις νεκρούς: ένα ζευγάρι Ολλανδών και έναν Γερμανό επιβάτη. Ο πρώτος ασθενής, 70χρονος Ολλανδός, εμφάνισε συμπτώματα όπως πυρετό, πονοκέφαλο, κοιλιακό άλγος και διάρροια και κατέληξε στις 11 Απριλίου εν πλω.
Η Υπηρεσία Υγειονομικής Ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKHSA) επιβεβαίωσε δύο Βρετανούς ασθενείς, ενώ υπάρχει και ένα ακόμη ύποπτο κρούσμα Βρετανού υπηκόου στο απομονωμένο νησί Τριστάν ντα Κούνια. Τουλάχιστον 29 επιβάτες από 12 χώρες αποβιβάστηκαν νωρίτερα στο νησί της Αγίας Ελένης, πριν επιβεβαιωθεί το ξέσπασμα, και πλέον βρίσκεται σε εξέλιξη διεθνής επιχείρηση εντοπισμού τους.
Επιβάτες έχουν ήδη επιστρέψει σε ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Ελβετία, Καναδά, Σιγκαπούρη, Γαλλία και Νότια Αφρική, με πολλούς να τίθενται σε καραντίνα ή στενή ιατρική παρακολούθηση. Τρεις ασθενείς μεταφέρθηκαν αεροπορικώς στην Ολλανδία για νοσηλεία, ενώ περίπου 146 επιβάτες και μέλη πληρώματος παραμένουν στο πλοίο υπό αυστηρά μέτρα απομόνωσης, καθώς αυτό κατευθύνεται προς την Τενερίφη.
Χαμηλός κίνδυνος, αλλά ισχυρό ψυχολογικό αποτύπωμα
Οι ειδικοί θεωρούν πιθανό ότι πρόκειται για το στέλεχος Andes hantavirus, το μοναδικό γνωστό στέλεχος που μπορεί – σε σπάνιες περιπτώσεις – να μεταδοθεί από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω πολύ στενής επαφής. Ο ΠΟΥ αναγνωρίζει ότι η ανθρώπινη μετάδοση «δεν μπορεί να αποκλειστεί», ωστόσο επιμένει ότι η συνολική επικινδυνότητα για τον γενικό πληθυσμό παραμένει περιορισμένη.
Ο χανταϊός μεταδίδεται συνήθως μέσω επαφής με ούρα ή περιττώματα μολυσμένων τρωκτικών. Τα αρχικά συμπτώματα μοιάζουν με γρίπη, αλλά σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να εξελιχθούν ταχέως σε αναπνευστική ανεπάρκεια με συσσώρευση υγρού στους πνεύμονες. Αυτός ο κίνδυνος, σε συνδυασμό με τις μνήμες της Covid-19, εξηγεί την έντονη ανησυχία στις τοπικές κοινωνίες, ιδίως στην Τενερίφη, όπου το πλοίο αναμένεται να δέσει.
Η τοπική κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων είχε αντιταχθεί στην άφιξη, επικαλούμενη την πίεση στα νοσοκομεία και το προηγούμενο της Covid. Η κεντρική ισπανική κυβέρνηση, όμως, επέτρεψε τον ελλιμενισμό για ανθρωπιστικούς και νομικούς λόγους, αναλαμβάνοντας να διαχειριστεί τον υγειονομικό κίνδυνο με στοχευμένα μέτρα και ιχνηλάτηση.
Τι σημαίνει για τον τουρισμό και τα συστήματα υγείας
Η υπόθεση αναδεικνύει εκ νέου τον ρόλο των κρουαζιερόπλοιων ως «κινητών κόμβων» μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων, με άμεσες προεκτάσεις για οικονομίες που εξαρτώνται από τον τουρισμό. Αν και ο ΠΟΥ απορρίπτει το σενάριο πανδημίας, η ανάγκη για αυστηρά πρωτόκολλα σε εξερευνητικές κρουαζιέρες, καλύτερη επιτήρηση σε λιμάνια και ταχεία διασύνδεση με εθνικές αρχές υγείας καθίσταται επιτακτική.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, με ισχυρή κρουαζιεροβιομηχανία, το περιστατικό λειτουργεί ως προειδοποίηση: η υγειονομική ασφάλεια στις θαλάσσιες μεταφορές δεν είναι μόνο ζήτημα δημόσιας υγείας, αλλά και κρίσιμος παράγοντας εμπιστοσύνης για ταξιδιώτες, αγορές και τοπικές οικονομίες.
Σχόλιο
: Το επεισόδιο με τον χανταϊό δείχνει ότι, στην εποχή μετά την Covid, ακόμη και περιορισμένα ξεσπάσματα μπορούν να έχουν δυσανάλογο πολιτικό, οικονομικό και ψυχολογικό αντίκτυπο. Η ουσία δεν είναι ο πανικός, αλλά η θωράκιση: διαφανή πρωτόκολλα στα ταξίδια, ισχυρή διεθνής ιχνηλάτηση και επενδύσεις σε συστήματα υγείας που μπορούν να απορροφούν τέτοια «σοκ» χωρίς να παραλύουν τουρισμό και τοπικές κοινωνίες.






