Τα ΔΕΘ 2026 μέτρα εξελίσσονται σε κεντρικό εργαλείο της κυβέρνησης για να ισορροπήσει ανάμεσα στην κοινωνική πίεση και τη δημοσιονομική πειθαρχία. Το οικονομικό επιτελείο «χτίζει» πακέτο περίπου 1 δισ. ευρώ που πρέπει να φανεί στο εισόδημα χωρίς να προκαλέσει ανησυχία σε Βρυξέλλες και αγορές.
Τα ΔΕΘ 2026 μέτρα εξετάζονται ήδη ως το πρώτο μεγάλο τεστ του προεκλογικού κύκλου, με το Μαξίμου να επιδιώκει στοχευμένες παρεμβάσεις σε μεσαία τάξη, επαγγελματίες, μισθωτούς και συνταξιούχους. Ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος εκτιμάται αρχικά κοντά στο 1 δισ. ευρώ, με προοπτική αύξησης αν τουρισμός, έσοδα και πληθωρισμός κινηθούν ευνοϊκά έως τα τέλη Αυγούστου.
Πώς διαμορφώνεται ο λογαριασμός για τα ΔΕΘ 2026 μέτρα;
Η κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι «η ανάπτυξη επιστρέφει στην κοινωνία», χωρίς να δοθεί εικόνα προεκλογικής παροχολογίας που θα ενοχλούσε την Κομισιόν και τις αγορές. Η έξοδος από το καθεστώς μακροοικονομικών ανισορροπιών δίνει πολιτικό περιθώριο, αλλά οι Βρυξέλλες ζητούν ρητά συνέχιση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, άρα μέτρα με μόνιμο κόστος που χωρούν στους μεσοπρόθεσμους στόχους.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ο υψηλότερος πληθωρισμός λειτουργούν διπλά, ενισχύοντας τα φορολογικά έσοδα μέσω ΦΠΑ και κατανάλωσης, αλλά αυξάνοντας ταυτόχρονα δαπάνες για μισθούς, συντάξεις και στοχευμένη στήριξη. Με την Τράπεζα της Ελλάδος να βλέπει πληθωρισμό 3,8% το 2026, επαναϋπολογίζεται η πραγματική αξία κάθε αύξησης στον κατώτατο μισθό και κάθε φοροελάφρυνσης που θα ανακοινωθεί από τον πρωθυπουργό στη Θεσσαλονίκη.
Ποιοι κερδίζουν από τις παρεμβάσεις σε φόρους, εργασία, συντάξεις και στέγη;
Πιο ώριμη εμφανίζεται η δέσμη για ελεύθερους επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με στοχεύσεις σε προκαταβολή φόρου, τέλος επιτηδεύματος και τεκμαρτό. Στο τραπέζι βρίσκεται μείωση της προκαταβολής φόρου –σήμερα 80% για επιχειρήσεις και 55% για επαγγελματίες– με κλιμακωτό σύστημα που θα ευνοεί τους μικρούς, καθώς η πλήρης κατάργηση κρίνεται δημοσιονομικά ανέφικτη.
Η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για νομικά πρόσωπα, κόστους περίπου 240 εκατ. ευρώ, έχει έντονο συμβολισμό ως απομάκρυνση μνημονιακού βάρους που επιβάλλεται ανεξάρτητα από κερδοφορία. Παράλληλα, το τεκμαρτό των αυτοαπασχολουμένων –με έσοδα περί τα 600 εκατ. ευρώ και ρόλο-κλειδί στην καταπολέμηση φοροδιαφυγής– δύσκολα θα καταργηθεί, αλλά εξετάζονται διορθώσεις για περιορισμό αδικιών και εκτόνωση της πολιτικής πίεσης.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Στο μέτωπο της εργασίας, η δέσμευση για κατώτατο μισθό άνω των 950 ευρώ έως το 2027 αποκτά νέο βάρος, καθώς ο πληθωρισμός κοντά στο 4% έχει ήδη διαβρώσει την τελευταία αύξηση. Αυτό τροφοδοτεί εισηγήσεις για ισχυρότερη αναπροσαρμογή, με άμεσο αντίκτυπο στο Δημόσιο, όπου οι μισθοί συνδέονται με τον κατώτατο, και στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ειδικά αν συνδυαστεί με περιορισμένη μείωση εισφορών.
Η εξεταζόμενη νέα μείωση εργοδοτικών εισφορών κατά 0,5 μονάδα, κόστους περίπου 245 εκατ. ευρώ, αντιμετωπίζεται ως αναπτυξιακό αντίβαρο στο αυξημένο μισθολογικό κόστος, αλλά δημιουργεί μόνιμη επιβάρυνση για τον προϋπολογισμό. Οι συνταξιούχοι αναμένεται να βρεθούν στον πυρήνα του πακέτου, με την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς από το 2027 να ανοίγει τον δρόμο για γενικευμένες αυξήσεις, ενώ ο υψηλότερος πληθωρισμός ανεβάζει αυτόματα τον συντελεστή αναπροσαρμογής.
Στο κοινωνικά εκρηκτικό στεγαστικό, εξετάζονται διορθώσεις στον ΕΝΦΙΑ, φοροελαφρύνσεις στα εισοδήματα από ενοίκια και ένα πιθανό «Σπίτι μου ΙΙΙ» με πιο ευέλικτα κριτήρια. Κεντρικός στόχος είναι να αυξηθεί η δηλωμένη προσφορά κατοικιών και να περιοριστεί η αδήλωτη μίσθωση, γνωρίζοντας όμως ότι οι ελαφρύνσεις στους ιδιοκτήτες δεν μεταφράζονται αυτόματα σε χαμηλότερα ενοίκια, γι’ αυτό και μελετώνται ρυθμίσεις που θα συνδέουν το όφελος με μακροχρόνιες, δηλωμένες μισθώσεις.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα φορολογούμενο, τα μέτρα θα κριθούν στην καθαρή διαφορά που θα δει στο εκκαθαριστικό, στον μισθό, στη σύνταξη και στο ενοίκιο, όχι στο συνολικό μέγεθος του πακέτου. Για τις επιχειρήσεις, ειδικά τις μικρομεσαίες, η μείωση προκαταβολής φόρου, η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και μια έστω περιορισμένη μείωση εισφορών μπορούν να βελτιώσουν ρευστότητα και επενδυτική διάθεση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα αντισταθμιστούν από υψηλότερο μισθολογικό και ενεργειακό κόστος· σε επίπεδο εθνικής οικονομίας, η ισορροπία ανάμεσα σε φοροελαφρύνσεις, στήριξη εισοδημάτων και δημοσιονομική πειθαρχία θα καθορίσει τόσο την αξιοπιστία της χώρας στις αγορές όσο και την αντοχή της ανάπτυξης το 2027.
#ΚυριάκοςΜητσοτάκης #ΤράπεζατηςΕλλάδος #ΔΕΘ #ΕλεύθεροιΕπαγγελματίες #Συντάξεις






