Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι η σχεδιαζόμενη πώληση όπλων στην Ταϊβάν δεν έχει παγώσει, αλλά βρίσκεται «υπό εξέταση». Η τοποθέτηση έρχεται μετά την κριτική της Κίνας και τις ενδείξεις καθυστέρησης μετά τη συνάντηση Τραμπ – Σι στο Πεκίνο.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, καταθέτοντας στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, επιχείρησε να διαλύσει τις εντυπώσεις περί παγώματος της προγραμματισμένης πώλησης όπλων στην Ταϊβάν. Τόνισε ότι η διαδικασία δεν έχει ανασταλεί, αλλά βρίσκεται «υπό εξέταση», διατηρώντας έτσι ανοιχτό το περιθώριο πολιτικών και διπλωματικών χειρισμών από τον Λευκό Οίκο.
Τι σημαίνει «υπό εξέταση» για την Ουάσινγκτον;
Η διατύπωση «υπό εξέταση» επιτρέπει στην αμερικανική κυβέρνηση να ισορροπεί ανάμεσα στις δεσμεύσεις της προς την Ταϊβάν και στην ανάγκη διαχείρισης των σχέσεων με το Πεκίνο. Τυπικά, η Ουάσινγκτον διατηρεί το δικαίωμα να προμηθεύει αμυντικό υλικό στην Ταϊβάν, όμως κάθε πακέτο όπλων μετατρέπεται σε εργαλείο διαπραγμάτευσης με την Κίνα.
Η τοποθέτηση Ρούμπιο λειτουργεί ως μήνυμα προς δύο κατευθύνσεις: προς την Ταϊπέι ότι η υποστήριξη δεν έχει αποσυρθεί, και προς το Πεκίνο ότι η τελική απόφαση παραμένει πολιτικά ανοιχτή. Σε αυτό το πλαίσιο, η «εξέταση» δεν είναι τεχνική διαδικασία, αλλά πολιτικός μοχλός πίεσης και προς τις δύο πλευρές του στενού της Ταϊβάν.
Η σκιά της συνάντησης Τραμπ – Σι στο Πεκίνο
Η τελευταία αποστολή όπλων προς την Ταϊβάν φάνηκε να καθυστερεί μετά τη συνάντηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο τον Μάιο. Η χρονική σύμπτωση δημιούργησε την εντύπωση ότι η Ουάσινγκτον πάγωσε σιωπηρά την πώληση, ως κίνηση καλής θέλησης προς την Κίνα.
Το Πεκίνο είχε ήδη αντιδράσει έντονα στην προτεινόμενη συμφωνία, προειδοποιώντας ότι θα έβλαπτε τις διμερείς σχέσεις. Η κριτική της Κίνας εντάσσεται στη σταθερή θέση της ότι κάθε αμερικανική ενίσχυση της άμυνας της Ταϊβάν θεωρείται παρέμβαση σε εσωτερική υπόθεση και αμφισβήτηση της πολιτικής της «μίας Κίνας».
Η κινεζική προειδοποίηση και το διπλωματικό κόστος
Η προειδοποίηση του Πεκίνου ότι η πώληση όπλων θα ζημιώσει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ υπογραμμίζει το διπλωματικό κόστος κάθε αμερικανικής απόφασης υπέρ της Ταϊβάν. Για την Κίνα, η στρατιωτική ενίσχυση της νήσου μεταφράζεται σε αναβάθμιση της αποτρεπτικής της ικανότητας, άρα και σε δυσκολότερη μελλοντική διαχείριση της διαφοράς.
Από την άλλη πλευρά, η Ουάσινγκτον οφείλει να σταθμίσει κατά πόσο η υποχώρηση στις κινεζικές αντιδράσεις θα εκληφθεί ως αποδυνάμωση της αξιοπιστίας της έναντι εταίρων που βασίζονται στην αμερικανική ασφάλεια. Η ισορροπία ανάμεσα στην αποτροπή και την αποκλιμάκωση παραμένει λεπτή και ασταθής.
Ο Τραμπ «ακόμη εξετάζει» την τελική απόφαση
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι «ακόμη εξετάζει» το αν θα προχωρήσει με τη συμφωνία πώλησης όπλων. Η διατύπωση αυτή αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο χρήσης της πώλησης ως διαπραγματευτικού χαρτιού σε ευρύτερες συνομιλίες με την Κίνα, από το εμπόριο έως την περιφερειακή ασφάλεια.
Για την Ταϊβάν, η εκκρεμότητα σημαίνει παράταση της αβεβαιότητας ως προς τον ρυθμό και το εύρος της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης. Για την Κίνα, κάθε καθυστέρηση μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη ότι η πίεση αποδίδει, ενθαρρύνοντας περαιτέρω διπλωματικές παρεμβάσεις κατά μελλοντικών πακέτων όπλων.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η υπόθεση υπενθυμίζει ότι οι πωλήσεις όπλων λειτουργούν ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής και όχι μόνο ως εμπορικές συναλλαγές. Σε μια περιοχή όπως η Ανατολική Μεσόγειος, όπου οι εξοπλισμοί συνδέονται άμεσα με τις ισορροπίες ισχύος, η ελληνική διπλωματία οφείλει να παρακολουθεί στενά πώς οι μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποιούν τις αμυντικές συμφωνίες για να διαμορφώσουν περιφερειακές αρχιτεκτονικές ασφάλειας, καθώς αυτές επηρεάζουν έμμεσα και το περιθώριο κινήσεων της Αθήνας.






