Η κριτική του προέδρου του ΣΕΒ φωτίζει τα δομικά λάθη της ευρωπαϊκής ενεργειακής αρχιτεκτονικής και τον κίνδυνο μόνιμης αποβιομηχάνισης. Στο επίκεντρο το υψηλό κόστος ενέργειας και η αδυναμία ταχείας προσαρμογής της ΕΕ.
Η συζήτηση για το μέλλον της βιομηχανίας στην Ευρώπη επανέρχεται με ένταση, καθώς ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, ασκεί ευθεία κριτική στις επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της ενέργειας. Υποστηρίζει ότι η ήπειρος λειτούργησε με λάθος δεδομένα, επιλέγοντας μια στρατηγική που ευνόησε τις υπηρεσίες και την ταχεία αποβιομηχάνιση, την ώρα που οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι αναταράξεις στις πρώτες ύλες απαιτούν ακριβώς το αντίθετο: ισχυρή παραγωγική βάση και ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος.
Η Ευρώπη με ακριβή ενέργεια και αργά αντανακλαστικά
Ο Θεοδωρόπουλος περιγράφει μια Ευρώπη που έγινε «3 έως 6 φορές ακριβότερη» από τους βασικούς ανταγωνιστές της στο ενεργειακό κόστος, αποτέλεσμα πολιτικών που προηγήθηκαν της πραγματικότητας της αγοράς. Η επιλογή αυστηρών περιβαλλοντικών στόχων χωρίς αντίστοιχη μέριμνα για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, σε συνδυασμό με τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και την πολυκερματισμένη λήψη αποφάσεων από 27 διαφορετικές κυβερνήσεις, δημιούργησε ένα πλαίσιο αργό και ανελαστικό. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στον Περσικό Κόλπο, αλλά και η διεκδίκηση κρίσιμων πρώτων υλών από τους BRICS, λειτουργούν πλέον ως επιταχυντές αυτής της αδυναμίας.
Ενδεικτικό της απώλειας ελκυστικότητας της Ευρώπης, όπως μεταφέρει ο πρόεδρος του ΣΕΒ, είναι ότι μόλις το 6% των μεγάλων επενδύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη κατευθύνεται στην ήπειρο. Τα αντικίνητρα για παραγωγική δραστηριότητα στην Ευρώπη και ταυτόχρονα τα κίνητρα σε άλλες περιοχές ενισχύουν ένα «παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος» στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητα. Παρά τα πρώτα βήματα χαλάρωσης στους δημοσιονομικούς κανόνες και τις συζητήσεις για ενισχύσεις στη μείωση του κόστους, η εικόνα μιας μη πραγματικά ενοποιημένης ενεργειακής αγοράς παραμένει.
Τι σημαίνει το ενεργειακό κόστος για την ανάπτυξη
Η επιμονή σε υψηλό ενεργειακό κόστος μεταφράζεται σε ασθενέστερη βιομηχανική βάση, χαμηλότερες επενδύσεις και περιορισμένη δυνατότητα δημιουργίας καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η συζήτηση για παραγωγικότητα αποκτά κεντρική σημασία: χωρίς βελτίωση της παραγωγικότητας, η οικονομική πίεση στα νοικοκυριά που «δεν βγάζουν τον μήνα» δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μόνιμο τρόπο, αλλά μόνο με προσωρινές μεταβιβάσεις που δεν αλλάζουν τη δομή της οικονομίας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η κριτική του ΣΕΒ αναδεικνύει το διπλό στοίχημα: αφενός, την ανάγκη η Αθήνα να αξιοποιήσει κάθε περιθώριο ευελιξίας που ανοίγει σε ευρωπαϊκό επίπεδο για στοχευμένη στήριξη του ενεργοβόρου παραγωγικού ιστού· αφετέρου, την υποχρέωση να προχωρήσουν γρήγορα εθνικές μεταρρυθμίσεις, όπως ο χωροταξικός σχεδιασμός, που μειώνουν το μη μισθολογικό και ρυθμιστικό κόστος των επενδύσεων. Σε ένα περιβάλλον όπου η Ευρώπη δυσκολεύεται να προσελκύσει κεφάλαια, η Ελλάδα μπορεί να κερδίσει μερίδιο μόνο αν συνδυάσει ανταγωνιστική ενέργεια, θεσμική σταθερότητα και μετρήσιμη άνοδο της παραγωγικότητας.






