Η λιγνιτική παραγωγή στην Ελλάδα δεν κρίνεται από τρεις παλιούς εκσκαφείς στη Μαυροπηγή, αλλά από το αν μπορεί να σταθεί οικονομικά στο σημερινό ενεργειακό σύστημα. Η Δυτική Μακεδονία περνά από το μοντέλο του λιγνίτη σε έναν νέο ρόλο, ως κόμβος καθαρής και ευέλικτης ηλεκτροπαραγωγής.
Η λιγνιτική παραγωγή στην Ελλάδα δεν κρίνεται από τρεις παροπλισμένους εκσκαφείς που ανατινάχθηκαν ελεγχόμενα στο κλειστό λιγνιτωρυχείο Μαυροπηγής, αλλά από το αν το ρεύμα από λιγνίτη μπορεί να σταθεί οικονομικά στην αγορά. Η συζήτηση που άναψε στα κοινωνικά δίκτυα δείχνει το συναισθηματικό φορτίο της περιοχής, αλλά κρύβει την ουσία: ο λιγνίτης έχει καταστεί δομικά μη ανταγωνιστικός.
Ποια είναι η πραγματική εικόνα για τη λιγνιτική παραγωγή;
Οι εκσκαφείς που κατεδαφίστηκαν ήταν μηχανήματα άνω των 50 ετών, παροπλισμένα εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία, χωρίς ουσιαστική λειτουργική αξία και με μοναδικό ενδιαφέρον ως μέταλλο. Δεν υπήρχε πραγματικό αγοραστικό ενδιαφέρον, καθώς οι ενεργειακές εταιρείες στρέφονται σε νεότερο, αναβαθμίσιμο εξοπλισμό, και η απομάκρυνσή τους δεν επηρεάζει τη δυνατότητα εξόρυξης λιγνίτη.
Σήμερα, η μόνη μονάδα που μπορεί να παράγει ρεύμα από λιγνίτη είναι η «Πτολεμαΐδα V», η οποία μπαίνει σπάνια στο σύστημα, καθώς η λειτουργία της δεν είναι ανταγωνιστική έναντι άλλων μορφών ηλεκτροπαραγωγής. Με εκπομπές από 1,15 έως 1,6 τόνους CO2 ανά MWh και τιμή CO2 γύρω στα 80 ευρώ ανά τόνο, μόνο το κόστος ρύπων διαμορφώνεται περίπου από 92 έως και 160 ευρώ ανά MWh, πριν καν υπολογιστούν μισθοί, συντήρηση και καύσιμο.
Πώς αλλάζει το ενεργειακό και επενδυτικό μοντέλο στη Δυτική Μακεδονία;
Όταν η χονδρική αγορά κινείται περίπου στα 90 ευρώ ανά MWh, μια τεχνολογία που ξεκινά με κόστος ρύπων πάνω από αυτό το επίπεδο δεν μπορεί να σταθεί ως κανονική πηγή βάσης. Το σύστημα βασίζεται πλέον σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και σε ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου, που μπορούν να ανεβοκατεβάζουν γρήγορα την παραγωγή, κάτι που οι λιγνιτικές μονάδες, σχεδιασμένες για συνεχή λειτουργία, δεν μπορούν να κάνουν.
Η ΔΕΗ διατηρεί παρουσία στη Δυτική Μακεδονία με νέο επενδυτικό αποτύπωμα, μετατρέποντας την περιοχή σε κόμβο καθαρής και ευέλικτης ενέργειας. Στον σχεδιασμό εντάσσονται φωτοβολταϊκά πάρκα συνολικής ισχύος 2,13 GW, επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας και υποδομές που θα στηρίζουν το ηλεκτρικό σύστημα στην εποχή των ΑΠΕ, με κεντρικό ρόλο στη μελλοντική σταθερότητα του δικτύου.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Η μετατροπή της «Πτολεμαΐδα V» σε μονάδα φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου, με λειτουργία ανοιχτού κύκλου στις αρχές του 2028 και πλήρη λειτουργία συνδυασμένου κύκλου το 2029, στοχεύει σε πιο ευέλικτη και αποδοτική παραγωγή, που μπορεί να συγκρατεί τις τιμές σε περιόδους αιχμής. Παράλληλα, νέα μονάδα συμπαραγωγής για τηλεθέρμανση, επενδύσεις σε πράσινο υδρογόνο στο Αμύνταιο και αξιοποίηση υποδομών όπως στον ΑΗΣ Καρδιάς ενισχύουν την ασφάλεια εφοδιασμού και μειώνουν τον κίνδυνο ακραίων διακυμάνσεων στους λογαριασμούς.
Σημαντική είναι και η απόφαση για Mega Data Center στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, ισχύος 300 MW με δυνατότητα επέκτασης έως 1.000 MW, που δημιουργεί μια νέα, σταθερή ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και στηρίζει την αξιοποίηση των νέων έργων ΑΠΕ. Σχόλιο
: Για τον καταναλωτή, η απομάκρυνση από τον ακριβό λιγνίτη και η στροφή σε συνδυασμό ΑΠΕ, αποθήκευσης και ευέλικτων μονάδων σημαίνει, μεσοπρόθεσμα, μικρότερη έκθεση στο κόστος ρύπων και πιο σταθερό πλαίσιο τιμών, υπό την προϋπόθεση ότι τα επενδυτικά σχέδια υλοποιούνται έγκαιρα και ενισχύουν τον ανταγωνισμό στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Διαβάστε επίσης:
ΔΕΗ ανακοινώνει πράσινη μετάβαση και Mega Data Center
Ενέργεια και τράπεζες οδηγούν την ανοδική αντίδραση στο ΧΑ






