Η προειδοποίηση του Αλεξάντρ Νόβακ για έλλειμμα 12 εκατ. βαρελιών ημερησίως αναδεικνύει τη δομική ευθραυστότητα της αγοράς πετρελαίου. Το ζήτημα ξεπερνά τη Ρωσία και αγγίζει την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.
Η επισήμανση του Ρώσου αντιπροέδρου της κυβέρνησης για το ενεργειακό σύμπλεγμα, Αλεξάντρ Νόβακ, ότι η αγορά πετρελαίου δεν έχει ακόμη νιώσει πλήρως την επίδραση της ενεργειακής κρίσης, λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι τα σημερινά επίπεδα τιμών στηρίζονται σε αποθέματα που εξαντλούνται. Όταν ο ίδιος μιλά για έλλειμμα της τάξης των 12 εκατ. βαρελιών ημερησίως, περιγράφει όχι μια στιγμιαία διαταραχή, αλλά ένα δομικό κενό προσφοράς, εφόσον παραταθεί η σύγκρουση και δεν αυξηθεί η παραγωγή στον Περσικό Κόλπο.
Πώς διαμορφώνεται η ισορροπία προσφοράς και ζήτησης
Τα στρατηγικά και εμπορικά αποθέματα, κυρίως στις ανεπτυγμένες οικονομίες, λειτουργούν ως «μαξιλάρι» που απορροφά μέρος του σοκ. Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι όταν η αγορά περάσει από τη φάση της αποδέσμευσης αποθεμάτων σε φάση επαναπλήρωσης, η πίεση στις τιμές εντείνεται. Το ενδεχόμενο παρατεταμένου ελλείμματος, σε συνδυασμό με περιορισμένη πρόσθετη παραγωγική ικανότητα διεθνώς, ενισχύει το διαπραγματευτικό βάρος των βασικών εξαγωγέων.
Η αναφορά Νόβακ ότι η ρωσική παραγωγή είναι «κάπως» χαμηλότερη λόγω απρογραμμάτιστων συντηρήσεων διυλιστηρίων δείχνει μια προσπάθεια να παρουσιαστεί η μείωση ως τεχνική και προσωρινή. Ακόμη κι έτσι, κάθε περιορισμός σε έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς, σε περιβάλλον ήδη σφιχτής αγοράς, αυξάνει την ευαισθησία των τιμών σε γεωπολιτικές εξελίξεις και διαταραχές μεταφορών.
Τι σημαίνει ένα πολυμηνιαίο έλλειμμα για Ευρώπη και Ελλάδα
Για την Ευρώπη, που επιχειρεί ταυτόχρονα απεξάρτηση από ρωσικούς υδρογονάνθρακες και πράσινη μετάβαση, ένα παρατεταμένο έλλειμμα προσφοράς πετρελαίου σημαίνει επίμονα υψηλό ενεργειακό κόστος και δυσκολότερη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Οι κεντρικές τράπεζες θα κληθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης της ανάπτυξης και στον κίνδυνο αναζωπύρωσης των τιμών μέσω της ενέργειας.
Για την Ελλάδα, ως ναυτιλιακή δύναμη και καθαρό εισαγωγέα ενέργειας, η εικόνα είναι διττή. Από τη μία, αυξημένη διακίνηση πετρελαίου και ανακατανομή ροών ενισχύουν τα έσοδα της ναυτιλίας. Από την άλλη, η εγχώρια οικονομία εκτίθεται σε υψηλότερο κόστος καυσίμων, με επιπτώσεις στο μεταφορικό κόστος, στον τουρισμό και στη βιομηχανία.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά, το μήνυμα είναι διπλό: οι επιχειρήσεις οφείλουν να ενισχύσουν τις στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου σε καύσιμα και να επανεξετάσουν τις ενεργειακές τους συμβάσεις, ενώ η δημοσιονομική πολιτική θα χρειαστεί περιθώριο για στοχευμένη στήριξη σε κλάδους με υψηλή ενεργειακή ένταση, εάν το έλλειμμα προσφοράς επιμείνει.






