Η ΔΕΠΑ Εμπορίας και η Motor Oil προειδοποιούν ότι η νέα τιμολογιακή πρόταση του ΔΕΣΦΑ για το 2027 μεταφέρει υπερβολικό κόστος στους εισαγωγείς. Ο κίνδυνος είναι οι χρεώσεις μεταφοράς να μεταφραστούν σε μόνιμα υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας.
Η δημόσια διαβούλευση για τα τιμολόγια μεταφοράς φυσικού αερίου από το 2027 φέρνει στην επιφάνεια μια σκληρή σύγκρουση μεταξύ ΔΕΣΦΑ, ΔΕΠΑ Εμπορίας και Motor Oil. Οι δύο μεγάλοι χρήστες του συστήματος προειδοποιούν για σωρευτική επιβάρυνση έως 30% στην τριετία 2024-2027, με άμεσο αντίκτυπο σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και βιομηχανία. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο οι λογαριασμοί, αλλά και η αξιοπιστία της χώρας ως περιφερειακής πύλης LNG στην ευρύτερη περιοχή.
Πού εστιάζει η αντιπαράθεση για τα νέα τιμολόγια;
Η πρόταση του ΔΕΣΦΑ προβλέπει ουσιαστικά αυξήσεις στις χρεώσεις στα σημεία εισόδου, ιδιαίτερα για το LNG, και ταυτόχρονη μείωση στα σημεία εξόδου. Η ΔΕΠΑ υπολογίζει άνοδο περίπου 5% στις χρεώσεις εισόδου του εθνικού συστήματος και 13,6% για το LNG, ενώ οι χρεώσεις εξόδου μειώνονται περί το 14%. Κατά τους εισαγωγείς, αυτό μεταφέρει δυσανάλογο βάρος στο κόστος προμήθειας, το οποίο αναπόφευκτα περνά στην τελική τιμή φυσικού αερίου και, μέσω της ηλεκτροπαραγωγής, στο ρεύμα.
Η Motor Oil κάνει λόγο για σωρευτική αύξηση κόστους προμήθειας της τάξης του 30% μεταξύ 2024 και 2027, εάν παγιωθεί αυτή η τιμολογιακή λογική. Ζητά σταθεροποίηση των χρεώσεων μεταφοράς στα σημεία εισόδου για τουλάχιστον μία τριετία, ώστε να υπάρχει προβλεψιμότητα για επενδύσεις και εμπορικό σχεδιασμό. Παράλληλα, αντιπροτείνει μείωση κατά περίπου 30% των χρεώσεων δυναμικότητας στα εγχώρια σημεία εξόδου, ώστε να αντισταθμιστεί η πίεση στο κόστος εισαγωγής.
Πώς συνδέεται το ζήτημα με επενδύσεις, LNG και ρυθμιστικό πλαίσιο;
Η ΔΕΠΑ υπογραμμίζει ότι για το 2027 έχουν ήδη δεσμευθεί όλες οι χρονοθυρίδες LNG και το μεγαλύτερο μέρος της μακροχρόνιας δυναμικότητας στα σημεία εισόδου του συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι οι επενδυτικές αποφάσεις των χρηστών έχουν ληφθεί με άλλα δεδομένα τιμολόγησης, και η εκ των υστέρων αύξηση αλλάζει τους οικονομικούς όρους συμβάσεων που έχουν «κλειδώσει». Η εταιρεία αμφισβητεί ότι υπάρχει κίνδυνος υποανάκτησης εσόδων για τον Διαχειριστή, ζητώντας επανεξέταση του τρόπου που κατανέμονται τα έσοδα από υπερανάκτηση.
Ο ΔΕΣΦΑ, από την πλευρά του, επιχειρεί να ενισχύσει τον εξαγωγικό ρόλο του συστήματος, προτείνοντας χαμηλότερους πολλαπλασιαστές για βραχυπρόθεσμες κρατήσεις δυναμικότητας στα σημεία διασύνδεσης εξόδου. Η λογική είναι ότι περισσότερες ροές προς τις γειτονικές αγορές θα αυξήσουν τη χρήση του δικτύου και θα συγκρατήσουν τα τιμολόγια. Ωστόσο, η επιλογή να μην εφαρμοστούν εποχικοί συντελεστές και εκπτώσεις στα σημεία εισόδου LNG, όπως η Ρεβυθούσα και το FSRU Αλεξανδρούπολης, δημιουργεί την εικόνα ότι το βάρος της στρατηγικής εξωστρέφειας μεταφέρεται στους εγχώριους εισαγωγείς και τελικά στους Έλληνες καταναλωτές.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Η συζήτηση για τα τιμολόγια του ΔΕΣΦΑ έρχεται σε μια περίοδο που η Ευρώπη αναζητά μόνιμες λύσεις ενεργειακής ασφάλειας μετά την κρίση του 2022, με το φυσικό αέριο να παραμένει καύσιμο-γέφυρα στην πράσινη μετάβαση. Για την Ελλάδα, η τιμολογιακή πολιτική στο δίκτυο μεταφοράς είναι κρίσιμη τόσο για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας όσο και για την αξιοποίηση των επενδύσεων σε υποδομές LNG, όπως η Ρεβυθούσα και τα νέα FSRU. Εάν οι χρεώσεις εισόδου καταστήσουν το ελληνικό σύστημα ακριβότερο σε σχέση με γειτονικά hubs, υπονομεύεται ο στόχος να λειτουργήσει η χώρα ως κόμβος εισαγωγής και επανεξαγωγής προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.
Σε εσωτερικό επίπεδο, η μετακύλιση υψηλότερων χρεώσεων στους λογαριασμούς φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας κινδυνεύει να διατηρήσει την ενεργειακή ακρίβεια σε περίοδο που ο πληθωρισμός έχει ήδη διαβρώσει τα πραγματικά εισοδήματα. Η Ρυθμιστική Αρχή καλείται να ισορροπήσει μεταξύ της ανάγκης χρηματοδότησης των δικτύων και της προστασίας της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, σε ένα περιβάλλον όπου η ευρωπαϊκή βιομηχανία πιέζεται από υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε σχέση με ΗΠΑ και Ασία. Η τελική απόφαση θα αποτελέσει έμμεσο «σήμα» προς επενδυτές και αγορές για το πώς η χώρα κατανέμει τα οφέλη και τα βάρη της ενεργειακής μετάβασης.
Σχόλιο
: Η διαμόρφωση των τιμολογίων μεταφοράς φυσικού αερίου δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά στρατηγική επιλογή με μακροχρόνιες συνέπειες για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Αν η ρύθμιση ευνοήσει βραχυπρόθεσμα την ανάκτηση εσόδων σε βάρος της προβλεψιμότητας για τους χρήστες, η χώρα κινδυνεύει να χάσει έδαφος στον αγώνα για επενδύσεις σε ενέργεια και βιομηχανία, σε μια Ευρώπη που ήδη αναζητά τρόπους να μειώσει το διαρθρωτικά υψηλό ενεργειακό της κόστος.
Διαβάστε επίσης:
Πόλεμος, Στενά Ορμούζ και ακριβό πετρέλαιο πιέζουν την οικονομία






