Η ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας επιτρέπει πλέον στην ΕΚΤ να αυξάνει τα επιτόκια χωρίς τον ίδιο φόβο χρηματοπιστωτικής αναταραχής. Το μήνυμα Λαγκάρντ από τη Σύνοδο της Σίντρας σηματοδοτεί στροφή από τη «διαχείριση κρίσεων» σε πιο κλασική νομισματική πολιτική, με το βλέμμα σταθερά στραμμένο στον πληθωρισμό.
Η ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας αναδεικνύεται σε κεντρικό επιχείρημα της Κριστίν Λαγκάρντ για τη συνέχιση μιας αυστηρής νομισματικής γραμμής, ακόμη και σε περιβάλλον γεωπολιτικών εντάσεων και διαδοχικών εξωγενών σοκ. Η πρόεδρος της ΕΚΤ περιγράφει μια Ευρωζώνη που απορροφά πλέον καλύτερα τα πλήγματα, επιτρέποντας στην Τράπεζα να επικεντρώνεται πρωτίστως στη σταθεροποίηση των τιμών.
Πώς η ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας αλλάζει τη στρατηγική της ΕΚΤ;
Η Λαγκάρντ υπογράμμισε ότι, παρά το υψηλό κόστος των πρόσφατων κρίσεων, η οικονομία «δεν εκτροχιάστηκε» και οι κυκλικές διακυμάνσεις παρέμειναν ελεγχόμενες. Αυτό, όπως σημείωσε, δίνει στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τα επιτόκια ως βασικό εργαλείο, χωρίς να περιορίζεται από φόβους χρηματοπιστωτικού κατακερματισμού ή εύθραυστων τραπεζικών ισολογισμών.
Η απομάκρυνση από την εποχή των έκτακτων παρεμβάσεων – μαζικές αγορές ομολόγων, έκτακτες πράξεις ρευστότητας – σηματοδοτεί επιστροφή σε ένα πιο «κανονικό» πλαίσιο νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, η ίδια αναγνώρισε ότι ορισμένα από τα σοκ, ιδίως τα γεωπολιτικά και ενεργειακά, επιβαρύνουν τη μακροχρόνια αναπτυξιακή προοπτική της Ευρώπης, ακόμη κι αν οι βραχυπρόθεσμες διαταραχές απορροφώνται καλύτερα.
Τι σημαίνουν τα νέα πληθωριστικά σοκ για επιτόκια και ανάπτυξη;
Η πρόεδρος της ΕΚΤ προειδοποίησε ότι η οικονομία θα συνεχίσει να δέχεται σοκ που θα απομακρύνουν τον πληθωρισμό από τον στόχο του 2%, αλλά εκτίμησε ότι οι επιπτώσεις τους θα είναι πλέον «περισσότερο περιορισμένες». Στο πλαίσιο αυτό, γεγονότα όπως ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν – τον οποίο χαρακτήρισε πηγή «σημαντικών πληθωριστικών πιέσεων» – λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι ο κίνδυνος αναζωπύρωσης των τιμών παραμένει.
Για την ΕΚΤ, αυτό μεταφράζεται σε ανάγκη διατήρησης μιας στάσης αυξημένης εγρήγορσης, με επιτόκια που μπορεί να παραμείνουν σε σχετικά υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα, ώστε να αποτραπεί νέα εκτροπή του πληθωρισμού. Η εξίσωση γίνεται πιο σύνθετη καθώς η Τράπεζα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη σταθερότητα των τιμών και στην προστασία μιας ήδη υποτονικής αναπτυξιακής δυναμικής σε πολλές οικονομίες της Ευρωζώνης.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Για την Ελλάδα, ένα περιβάλλον όπου η ΕΚΤ αισθάνεται ασφαλέστερη να διατηρεί υψηλά επιτόκια συνεπάγεται παρατεταμένο αυξημένο κόστος δανεισμού για κράτος, επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Η βελτιωμένη εικόνα της χώρας στις αγορές και η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας λειτουργούν ως «μαξιλάρι», αλλά δεν αναιρούν την πίεση σε επενδύσεις, στεγαστικά δάνεια και κατανάλωση.
Ταυτόχρονα, η έμφαση της ΕΚΤ στη σταθερότητα των τιμών ενισχύει τη σημασία της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας. Η ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε ενεργειακές και γεωπολιτικές διακυμάνσεις, θα χρειαστεί να θωρακίσει περαιτέρω το παραγωγικό της μοντέλο, ώστε η επόμενη φάση νομισματικής αυστηρότητας να μην μεταφραστεί σε νέα επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Σχόλιο
: Το μήνυμα Λαγκάρντ ότι η ΕΚΤ μπορεί να αυξάνει τα επιτόκια χωρίς άμεσο φόβο χρηματοπιστωτικής αστάθειας είναι θεσμικά καθησυχαστικό, αλλά για την Ελλάδα σημαίνει ότι η εποχή του «φθηνού χρήματος» έχει οριστικά κλείσει. Η πρόκληση για την κυβέρνηση και τις επιχειρήσεις είναι να αξιοποιήσουν την τρέχουσα περίοδο σχετικής σταθερότητας για να ενισχύσουν επενδύσεις, παραγωγικότητα και εξωστρέφεια, πριν η επόμενη σειρά διεθνών σοκ δοκιμάσει εκ νέου τα όρια αντοχής της οικονομίας.
Διαβάστε επίσης:
Eurobank αυξάνει τις αγορές ιδίων μετοχών και μειώνει κεφάλαιο
ΕΚΤ: Μήνυμα αυτοσυγκράτησης στα επιτόκια μετά την αποκλιμάκωση






