Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, η βρετανική οικονομία εμφανίζει μόνιμες απώλειες και ένα πολιτικό περιβάλλον διαβρωμένο από παραπληροφόρηση. Η συζήτηση για την Ευρώπη επανέρχεται, αλλά με πολύ πιο βαρύ θεσμικό και κοινωνικό υπόβαθρο.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, η Βρετανία λειτουργεί πλέον ως εργαστήριο για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας πολιτικής απόφασης που στηρίχθηκε σε συνθήματα, συναισθηματική πόλωση και χαλαρή σχέση με τα δεδομένα. Η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αναδιαμόρφωσε μόνο το εμπορικό και επενδυτικό προφίλ της χώρας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο παράγεται και καταναλώνεται η πολιτική πληροφορία. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία με χαμηλότερη δυναμική και ένα δημόσιο διάλογο πιο επιθετικό, πιο διχαστικό και πιο ευάλωτο σε παραπληροφόρηση.
Η οικονομική αποτίμηση και η θεσμική φθορά
Οι προειδοποιήσεις για απώλεια περίπου 6% του ΑΕΠ αντιμετωπίστηκαν τότε ως «εκστρατεία φόβου». Σήμερα, οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι η υστέρηση της βρετανικής οικονομίας κινείται μεταξύ 6% και 8%, με τις επενδύσεις να εμφανίζουν πτώση έως και 18% σε σχέση με το υποθετικό σενάριο παραμονής στην ΕΕ. Το εμπόριο εκτιμάται ότι είναι περίπου 15% χαμηλότερο από ό,τι θα ήταν εντός ενιαίας αγοράς, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων που εισάγουν ή εξάγουν αναφέρει νέες γραφειοκρατικές και κοστολογικές επιβαρύνσεις.
Παράλληλα, η περίοδος του Brexit καθιέρωσε ένα πρότυπο πολιτικής επικοινωνίας όπου το συνθηματικό αφήγημα υπερίσχυσε των αριθμών. Η χρήση παραπλανητικών στοιχείων για τη βρετανική συνεισφορά στον προϋπολογισμό της ΕΕ, η στοχοποίηση της μετανάστευσης και η συστηματική αμφισβήτηση κάθε θεσμικού αντίλογου δημιούργησαν ένα περιβάλλον «μετα-αλήθειας». Αυτό το υπόδειγμα συνεχίζει να επηρεάζει τον δημόσιο λόγο, τροφοδοτώντας ρητορική πόλωσης και καχυποψία απέναντι σε ανεξάρτητους θεσμούς και ειδικούς.
Επιπτώσεις για αγορές και πολιτικό ρίσκο
Για τις αγορές, η Βρετανία λειτουργεί πλέον ως παράδειγμα χώρας με αυξημένο πολιτικό ρίσκο που μεταφράζεται σε χαμηλότερη παραγωγικότητα, ασθενέστερη επενδυτική διάθεση και πιο ασταθές ρυθμιστικό περιβάλλον. Η σταδιακή «αποσύνδεση» από την ενιαία αγορά έχει περιορίσει την ελκυστικότητα του Λονδίνου ως κόμβου για ευρωπαϊκά κεφάλαια και αλυσίδες αξίας, ενώ η έντονη εσωτερική πόλωση δυσκολεύει την οικοδόμηση σταθερής στρατηγικής για τη σχέση με την ΕΕ.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η βρετανική εμπειρία αποτελεί υπενθύμιση του κόστους που έχει η θεσμική αστάθεια και η υποτίμηση της τεκμηριωμένης πληροφόρησης. Σε μια περίοδο που η Ελλάδα επιδιώκει αναβάθμιση του επενδυτικού της προφίλ και ενίσχυση της θέσης της εντός της ΕΕ, η διατήρηση αξιόπιστου ρυθμιστικού πλαισίου και ψύχραιμου δημόσιου διαλόγου είναι κρίσιμη. Η πρόσβαση στην ενιαία αγορά και η προβλεψιμότητα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας παραμένουν σημαντικά πλεονεκτήματα για τις ελληνικές επιχειρήσεις, τα οποία δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένα.






