Εκατό ημέρες πολέμου στο Ιράν αρκούν για να αναδείξουν την αμηχανία του Βερολίνου ανάμεσα στο διεθνές δίκαιο, την ενεργειακή ασφάλεια και την εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Η απότομη στροφή του Φρίντριχ Μερτς φωτίζει τα όρια της γερμανικής ισχύος και τις ρωγμές στον διατλαντικό άξονα.
Ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, που συμπληρώνει πλέον εκατό ημέρες, λειτούργησε ως stress test για τη γερμανική εξωτερική πολιτική. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς αντέδρασε αρχικά με πολιτική κάλυψη προς την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, αποφεύγοντας να μιλήσει για παραβίαση διεθνούς δικαίου, παρότι οι πρώτοι βομβαρδισμοί έπληξαν κορυφαία στελέχη του ιρανικού καθεστώτος αλλά και αμάχους. Η επιλογή του να χαρακτηρίσει την Τεχεράνη «τρομοκρατικό καθεστώς» και να υποβαθμίσει τη νομική διάσταση, παρουσιάζοντας τις επιθέσεις ως πολιτικά «δικαιολογημένες», άνοιξε έντονη συζήτηση στο εσωτερικό της Γερμανίας για το κατά πόσο το Βερολίνο εφαρμόζει επιλεκτικά τις αρχές που επικαλείται στην Ουκρανία.
Από την ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ στη δημόσια αποστασιοποίηση
Η επίσκεψη Μερτς στον Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον, λίγες ημέρες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, ερμηνεύτηκε ως προσπάθεια διατήρησης της πρόσβασης στο κέντρο αποφάσεων των ΗΠΑ. Ωστόσο η εικόνα ενός καγκελάριου που «κάνει πλάτη» στον Αμερικανό πρόεδρο, ενώ η γερμανική οικονομία δοκιμάζεται από την εκτίναξη τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου λόγω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, προκάλεσε πολιτικό κόστος. Οι δημοσκοπήσεις έδειξαν πτώση εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση και ενίσχυση της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία, την ώρα που η βιομηχανία βλέπει το ενεργειακό κόστος να επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη ασθενική ανάπτυξη.
Στο τέλος Απριλίου, ο Μερτς επιχείρησε θεαματική αναδίπλωση, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν «πειστική στρατηγική» στον πόλεμο με το Ιράν και ότι η Τεχεράνη «εξευτελίζει» την Ουάσιγκτον. Η κριτική αυτή προκάλεσε οργισμένη αντίδραση Τραμπ, ο οποίος ανακοίνωσε απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία, ακύρωση σχεδίων για ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων και επαναφορά δασμών στις εξαγωγές ευρωπαϊκών αυτοκινήτων. Παράλληλα, η γερμανική κοινή γνώμη, που σε ποσοστό άνω του 50% θεωρεί τον πόλεμο αδικαιολόγητο, φάνηκε να στηρίζει τη στροφή Μερτς, ενώ η εμπιστοσύνη προς τις ΗΠΑ ως αξιόπιστο εταίρο υποχωρεί σε ιστορικά χαμηλά.
Ενεργειακό σοκ, εμπορικές τριβές και θεσμικά διλήμματα
Η Γερμανία επιχειρεί τώρα να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης της νατοϊκής ομπρέλας και στην προστασία της βιομηχανικής της βάσης από τις παρενέργειες του πολέμου και των αμερικανικών αποφάσεων. Η εξαγγελία συμμετοχής σε μελλοντική ναυτική αποστολή στα Στενά του Ορμούζ, με γερμανικό ναρκαλιευτικό σε ετοιμότητα, λειτουργεί ως χειρονομία καλής θέλησης προς την Ουάσιγκτον, χωρίς όμως να αναιρεί τη βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης. Ταυτόχρονα, η επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου από το Βερολίνο ενισχύει τις φωνές στην Ευρώπη που ζητούν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία έναντι των ΗΠΑ.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η γερμανική αμηχανία στον πόλεμο με το Ιράν σηματοδοτεί ένα πιο ασταθές ευρωπαϊκό περιβάλλον σε ενέργεια, άμυνα και εμπόριο. Η παράταση της έντασης στα Στενά του Ορμούζ διατηρεί τον κίνδυνο για υψηλότερο ενεργειακό κόστος, με άμεσες συνέπειες σε πληθωρισμό και ναυτιλιακά έσοδα. Παράλληλα, οι νέες αμερικανικές δασμολογικές πιέσεις προς την ΕΕ μπορεί να οδηγήσουν σε ευρύτερη εμπορική αντιπαράθεση, επηρεάζοντας τις ελληνικές εξαγωγές προς την Κεντρική Ευρώπη. Η Αθήνα καλείται να ενισχύσει τη διαφοροποίηση ενεργειακών πηγών και να αξιοποιήσει τη γεωπολιτική της θέση, διατηρώντας ταυτόχρονα ισορροπίες ανάμεσα σε Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον.






