Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται μπροστά σε μια από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις της τελευταίας διετίας, καθώς η νέα ενεργειακή κρίση που προκάλεσε η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επαναφέρει τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωζώνη.
Οι αγορές θεωρούν σχεδόν βέβαιη μια πρώτη αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση της Πέμπτης, ωστόσο το πραγματικό ερώτημα αφορά τις επόμενες κινήσεις της ΕΚΤ και το κατά πόσο θα χρειαστεί ένας νέος κύκλος νομισματικής σύσφιγξης.
Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, οι μεγαλύτεροι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η Φρανκφούρτη θα κινηθεί πιο γρήγορα από τη Fed και τις υπόλοιπες μεγάλες κεντρικές τράπεζες, χωρίς όμως να επαναλάβει την επιθετική στρατηγική του 2022.
Bank of America: Δύο αυξήσεις και μετά επιστροφή σε χαμηλότερα επιτόκια
Η Bank of America θεωρεί δεδομένη την αύξηση κατά 0,25% και εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα χρειαστεί ακόμη μία κίνηση εντός του 2026, πιθανότατα τον Ιούλιο ή τον Σεπτέμβριο.
Οι αναλυτές της αμερικανικής τράπεζας αναμένουν ότι οι νέες μακροοικονομικές προβλέψεις της ΕΚΤ θα αποτυπώνουν χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλότερο πληθωρισμό σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις.
Παράλληλα, θεωρούν ότι η επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2% μετατίθεται χρονικά προς το τέλος του 2028.
Ωστόσο, η BofA εκτιμά ότι η αδύναμη ευρωπαϊκή ανάπτυξη θα αναγκάσει τελικά την ΕΚΤ να κινηθεί εκ νέου προς χαμηλότερα επιτόκια τα επόμενα χρόνια.
Citigroup: Επόμενος σταθμός ο Ιούλιος
Η Citigroup συμμερίζεται την άποψη για άμεση αύξηση 25 μονάδων βάσης και θεωρεί πως η επόμενη παρέμβαση της ΕΚΤ θα μπορούσε να έρθει ήδη τον Ιούλιο.
Κατά τον αμερικανικό οίκο, η επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων καθιστά πιθανότερο ένα πιο άμεσο δεύτερο βήμα αντί για αναμονή μέχρι τον Σεπτέμβριο.
UBS: Ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα
Η UBS προβλέπει επίσης αύξηση επιτοκίων στη συνεδρίαση του Ιουνίου, διατηρώντας ως βασικό σενάριο μία δεύτερη αύξηση τον Σεπτέμβριο.
Παρόλα αυτά, αναγνωρίζει ότι η επιδείνωση των ενεργειακών δεδομένων μπορεί να οδηγήσει σε ταχύτερη αντίδραση και νέα παρέμβαση ήδη από τον Ιούλιο.
Η ελβετική τράπεζα αναμένει ταυτόχρονα μικρή υποβάθμιση των προβλέψεων ανάπτυξης και αναθεώρηση προς τα πάνω των εκτιμήσεων για τον πληθωρισμό.
ING: Η κατάσταση δεν θυμίζει το 2022
Η ING τονίζει ότι οι συγκρίσεις με την περίοδο της μεγάλης πληθωριστικής κρίσης του 2022 είναι παραπλανητικές.
Σύμφωνα με την ολλανδική τράπεζα, το σημερινό περιβάλλον είναι σημαντικά διαφορετικό, καθώς ο πληθωρισμός δεν έχει αποκτήσει ακόμη τον ίδιο βαθμό διάχυσης στην οικονομία και τα επιτόκια βρίσκονται ήδη σε θετικό έδαφος.
Για τον λόγο αυτό θεωρεί ότι η ΕΚΤ θα κινηθεί προσεκτικά και δεν θα υιοθετήσει επιθετική στρατηγική πολλαπλών αυξήσεων.
JPMorgan: Μία και μοναδική αύξηση
Η JPMorgan εμφανίζεται η πιο ήπια στις εκτιμήσεις της.
Ο αμερικανικός οίκος θεωρεί ότι η αύξηση του Ιουνίου πιθανότατα θα αποτελέσει και τη μοναδική παρέμβαση της χρονιάς, καθώς η οικονομική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη εμφανίζει ήδη σημάδια επιβράδυνσης.
Παρόμοια στάση διατηρούν και οι Pictet και Carmignac, οι οποίες εκτιμούν ότι η ΕΚΤ δύσκολα θα θελήσει να επιβαρύνει περαιτέρω μια οικονομία που ήδη δέχεται πιέσεις από την ενεργειακή κρίση.
Barclays: Η αγορά περιμένει το τέλος της κρίσης
Η Barclays υπογραμμίζει ότι οι αγορές λειτουργούν σαν να προεξοφλούν ήδη μια σταδιακή αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, η πραγματικότητα παραμένει αβέβαιη και οι επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ αρχίζουν πλέον να περνούν σταδιακά στον πληθωρισμό της Ευρωζώνης.
Κατά την τράπεζα, η αύξηση των επιτοκίων θεωρείται αναγκαία για λόγους αξιοπιστίας της ΕΚΤ, ακόμη και αν ο κύκλος σύσφιγξης αποδειχθεί σύντομος.
Το μεγάλο δίλημμα της Φρανκφούρτης
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, οι τιμές ενέργειας και οι γεωπολιτικές εξελίξεις τροφοδοτούν νέες πληθωριστικές πιέσεις. Από την άλλη, η ανάπτυξη στην Ευρώπη παραμένει εύθραυστη και πολλές οικονομίες εμφανίζουν σημάδια επιβράδυνσης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η πρώτη αύξηση επιτοκίων θεωρείται σχεδόν βέβαιη. Το μέγεθος όμως και η διάρκεια του νέου κύκλου σύσφιγξης θα εξαρτηθούν κυρίως από την εξέλιξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, τις τιμές της ενέργειας και την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους.






