Σαφές μήνυμα επιβράδυνσης στέλνει η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική οικονομία, επιβεβαιώνοντας ότι η διεθνής ενεργειακή κρίση και οι γεωπολιτικές εντάσεις αρχίζουν να επηρεάζουν άμεσα τη μακροοικονομική εικόνα της χώρας. Ο οργανισμός αναθεωρεί ανοδικά τον πληθωρισμό στο 4,2% για το 2026, ενώ ταυτόχρονα μειώνει την πρόβλεψη για την ανάπτυξη στο 1,9%, αποτυπώνοντας μια σαφή μετατόπιση προς ένα πιο δύσκολο οικονομικό περιβάλλον.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι συγκυριακή.
Αποτελεί αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων που λειτουργούν ταυτόχρονα: ενεργειακό σοκ, διεθνής αβεβαιότητα και επιβράδυνση επενδύσεων.
Το βασικό πρόβλημα είναι η ενέργεια.
Η Ελλάδα παραμένει ιδιαίτερα εξαρτημένη από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 93% του ενεργειακού εφοδιασμού. Αυτό σημαίνει ότι κάθε διαταραχή στις διεθνείς αγορές μεταφέρεται σχεδόν άμεσα στην εγχώρια οικονομία, επηρεάζοντας τιμές, κατανάλωση και ανταγωνιστικότητα.
Με απλά λόγια:
εξωτερικό σοκ → εγχώριος πληθωρισμός
Και αυτός ο μηχανισμός είναι ήδη ενεργός.
Οι τιμές ενέργειας αυξήθηκαν σημαντικά τους τελευταίους μήνες, με τις χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας να καταγράφουν άνοδο περίπου 16% σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και τις διαταραχές στο Στενό του Ορμούζ.
Η επίδραση είναι διπλή.
Αφενός αυξάνει το κόστος ζωής.
Αφετέρου μειώνει τα περιθώρια ανάπτυξης.
Και εδώ εμφανίζεται το δεύτερο μεγάλο ζήτημα: οι επενδύσεις.
Ο ΟΟΣΑ εκφράζει σαφή ανησυχία για την επιβράδυνση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, ιδιαίτερα μετά τη σταδιακή ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι ρυθμοί αύξησης υποχωρούν από 8,9% το 2025 σε 7,1% το 2026 και ακόμη χαμηλότερα το 2027, κάτι που δείχνει ότι η επενδυτική δυναμική δεν είναι αυτοτροφοδοτούμενη.
Αυτό είναι το πραγματικό warning.
Η ανάπτυξη στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε εξωτερικούς πόρους.
Και τώρα αρχίζει να φαίνεται το κενό.
Παράλληλα, η εικόνα της οικονομίας παραμένει μικτή.
Από τη μία πλευρά, η κατανάλωση διατηρείται λόγω αύξησης της απασχόλησης και φορολογικών μέτρων στήριξης. Από την άλλη, οι δείκτες εμπιστοσύνης επιδεινώνονται, ιδιαίτερα στη βιομηχανία και στους καταναλωτές, υποδηλώνοντας αυξημένη αβεβαιότητα για το μέλλον.
Η αγορά εργασίας δείχνει επίσης σημάδια κόπωσης.
Η ανεργία μειώθηκε το 2025, αλλά αυξήθηκε στις αρχές του 2026, ενώ η στενότητα παραμένει σε συγκεκριμένους κλάδους, όπως οι κατασκευές. Αυτό δείχνει ότι η αγορά δεν έχει σταθεροποιηθεί πλήρως.
Το εξωτερικό ισοζύγιο αποτελεί ένα ακόμη σημείο πίεσης.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών προβλέπεται να αυξηθεί στο 6,7% του ΑΕΠ, γεγονός που ενισχύει την ευαλωτότητα της οικονομίας σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Την ίδια στιγμή, η δημοσιονομική εικόνα παραμένει ισχυρή.
Ο ΟΟΣΑ προβλέπει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και συνεχιζόμενη μείωση του δημόσιου χρέους, το οποίο εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει κάτω από το 130% του ΑΕΠ έως το 2027. Αυτό αποτελεί σημαντικό παράγοντα σταθερότητας.
Ωστόσο, η πρόκληση είναι αλλού.
Στην ποιότητα της ανάπτυξης.
Η Ελλάδα καλείται να περάσει από ένα μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο σε κατανάλωση και εξωτερικούς πόρους σε ένα μοντέλο παραγωγικών επενδύσεων και υψηλότερης παραγωγικότητας.
Και εδώ μπαίνει το θέμα της ενέργειας και της μετάβασης.
Η επιτάχυνση επενδύσεων σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας θεωρείται κρίσιμη, όχι μόνο για περιβαλλοντικούς λόγους αλλά και για τη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα.
Η μεγάλη εικόνα είναι ξεκάθαρη:
ο πληθωρισμός επιστρέφει
η ανάπτυξη επιβραδύνεται
και οι επενδύσεις δείχνουν σημάδια κόπωσης
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η οικονομία μπορεί να διατηρήσει τη δυναμική της χωρίς την εξωτερική στήριξη των προηγούμενων ετών.
SBC Σχόλιο: Η ελληνική οικονομία δεν μπαίνει σε κρίση. Μπαίνει σε φάση ωρίμανσης. Και εκεί φαίνεται αν η ανάπτυξη είναι πραγματική ή απλώς αποτέλεσμα συγκυριών.







