Η επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη συρρικνώνεται για δεύτερο μήνα, ενισχύοντας τον κίνδυνο αρνητικού ΑΕΠ στο β΄ τρίμηνο. Το μείγμα υπηρεσιών–βιομηχανίας δείχνει εύθραυστη ανάκαμψη και περιορισμένα περιθώρια για την ΕΚΤ.
Η ιδιωτική οικονομία της Ευρωζώνης μπήκε εκ νέου σε ζώνη συρρίκνωσης τον Μάιο, με τον σύνθετο δείκτη PMI να υποχωρεί στις 48,5 μονάδες. Πρόκειται για χαμηλό 18 μηνών, που επιβεβαιώνει ότι η ανάκαμψη παραμένει εύθραυστη, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και την έναρξη του κύκλου μείωσης επιτοκίων από την ΕΚΤ.
Η εικόνα είναι σύνθετη: οι υπηρεσίες παραμένουν σε κάμψη, ενώ η βιομηχανική παραγωγή δείχνει μεν βελτίωση, αλλά με χαμηλή ταχύτητα. Η ήπια άνοδος του δείκτη υπηρεσιών στις 47,7 μονάδες δεν αρκεί για να επαναφέρει τη συνολική δραστηριότητα σε ανάπτυξη, καθώς κάθε τιμή κάτω από τις 50 μονάδες υποδηλώνει συρρίκνωση.
Τι δείχνει ο PMI για το ΑΕΠ της Ευρωζώνης
Ο σύνθετος PMI λειτουργεί ως έγκαιρος δείκτης για την πορεία του ΑΕΠ, ειδικά σε οικονομίες με υψηλό μερίδιο υπηρεσιών όπως η Ευρωζώνη. Η παραμονή του κάτω από τις 50 μονάδες για δεύτερο μήνα ενισχύει το σενάριο αρνητικής ή οριακά μηδενικής ανάπτυξης στο β΄ τρίμηνο. Οι επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο συγκρατημένες σε νέες προσλήψεις και επενδύσεις, καθώς η ζήτηση παραμένει υποτονική.
Παράλληλα, η ήπια ανάκαμψη της εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει την αβεβαιότητα που προκαλούν οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι ακόμη σφιχτές χρηματοδοτικές συνθήκες. Το γεγονός ότι η εμπιστοσύνη παραμένει χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα στη Μέση Ανατολή δείχνει πως ο γεωπολιτικός κίνδυνος έχει γίνει διαρθρωτικός παράγοντας για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Πίεση στην ΕΚΤ και οι επιπτώσεις για την Ελλάδα
Για την ΕΚΤ, το μήνυμα είναι διπλό: από τη μία, η αδύναμη δραστηριότητα στηρίζει την ανάγκη για περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Από την άλλη, ο επίμονος πυρήνας του πληθωρισμού περιορίζει τον ρυθμό και το εύρος των μειώσεων επιτοκίων, αφήνοντας την πραγματική οικονομία σε ένα μεταβατικό καθεστώς υψηλού κόστους χρήματος.
Για την Ελλάδα, η εικόνα αυτή έχει άμεση σημασία. Μια υποτονική Ευρωζώνη σημαίνει ασθενέστερη ζήτηση για εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, αλλά και μεγαλύτερη προσοχή από τις αγορές ως προς τη δημοσιονομική πορεία. Η ελληνική ανάπτυξη, που στηρίζεται σε επενδύσεις, τουρισμό και Ταμείο Ανάκαμψης, παραμένει πιο ανθεκτική, αλλά δεν είναι αποσυνδεδεμένη από τον ευρωπαϊκό κύκλο.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά, τα στοιχεία PMI της Ευρωζώνης λειτουργούν ως έγκαιρο σήμα προσαρμογής προσδοκιών. Οι εισηγμένες με υψηλή έκθεση σε ευρωπαϊκή ζήτηση (βιομηχανία, logistics, εξαγωγικές επιχειρήσεις) ενδέχεται να δουν πιο συντηρητικό guidance, ενώ οι τράπεζες θα κινηθούν σε περιβάλλον σταδιακής αποκλιμάκωσης επιτοκίων αλλά όχι εκρηκτικής πιστωτικής επέκτασης. Η πρόκληση για την ελληνική οικονομία είναι να αξιοποιήσει τα ευρωπαϊκά κονδύλια και τις ιδιωτικές επενδύσεις ώστε να διατηρήσει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αντισταθμίζοντας την εξωτερική επιβράδυνση.






