Η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας Σαναέ Τάκαϊτσι σχεδιάζει διαδοχικές επισκέψεις σε Ηνωμένο Βασίλειο και Ιταλία πριν από τη σύνοδο της G7 στη Γαλλία. Οι επαφές με τους Κιρ Στάρμερ και Τζόρτζια Μελόνι αναμένεται να διαμορφώσουν τις ιαπωνικές προτεραιότητες ενόψει των διαβουλεύσεων στο Εβιάν.
Η κυβέρνηση της Ιαπωνίας προετοιμάζει μια συμπυκνωμένη διπλωματική διαδρομή για την πρωθυπουργό Σαναέ Τάκαϊτσι, λίγες ημέρες πριν από τη σύνοδο κορυφής της Ομάδας των Επτά στη Γαλλία. Σύμφωνα με το δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο της χώρας, η Τάκαϊτσι σχεδιάζει να επισκεφθεί το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιταλία από το δεύτερο μισό της επόμενης εβδομάδας, με σαφές στόχο τον συντονισμό θέσεων με δύο βασικούς ευρωπαίους εταίρους.
Ποιο είναι το διπλωματικό πρόγραμμα της Τάκαϊτσι
Όπως μεταδίδει η ιαπωνική δημόσια τηλεόραση, το Τόκιο έχει ήδη διαβιβάσει στο κυβερνών κόμμα σειρά προτεινόμενων σταθμών και συναντήσεων. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι επαφές με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου Κιρ Στάρμερ στις 14 Ιουνίου και με την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι στις 15 Ιουνίου.
Οι ημερομηνίες αυτές τοποθετούνται ακριβώς πριν από την αναχώρηση της ιαπωνικής αντιπροσωπείας για τη Γαλλία, υποδηλώνοντας ότι οι συνομιλίες στο Λονδίνο και τη Ρώμη θα λειτουργήσουν ως προπαρασκευαστικό στάδιο για τις συζητήσεις της G7. Η επιλογή Ηνωμένου Βασιλείου και Ιταλίας αντανακλά τη βαρύτητα που αποδίδει το Τόκιο σε δύο κυβερνήσεις με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, αλλά κοινή παρουσία στο τραπέζι των επτά ισχυρών δημοκρατιών.
Πρώτη συμμετοχή της Τάκαϊτσι σε σύνοδο G7
Η Σαναέ Τάκαϊτσι, που ανέλαβε την πρωθυπουργία τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, θα συμμετάσχει για πρώτη φορά στη σύνοδο κορυφής της G7. Η φετινή συνάντηση αναμένεται να πραγματοποιηθεί στα μέσα Ιουνίου στο Εβιάν, στην ανατολική Γαλλία, προσφέροντας στην ιαπωνική ηγεσία την ευκαιρία να διαμορφώσει τη διεθνή της εικόνα σε ένα πολυμερές πλαίσιο υψηλού κύρους.
Για μια νέα πρωθυπουργό, η πρώτη εμφάνιση σε σύνοδο G7 έχει συχνά χαρακτήρα άτυπης «ακρόασης» από τους υπόλοιπους ηγέτες. Οι διμερείς επαφές που προηγούνται, όπως αυτές με τον Στάρμερ και τη Μελόνι, λειτουργούν ως δοκιμασία αξιοπιστίας και ως πεδίο για να καταγραφούν οι προθέσεις της ιαπωνικής κυβέρνησης σε ζητήματα οικονομίας, ασφάλειας και διεθνούς συνεργασίας.
Γιατί προηγούνται οι διμερείς συναντήσεις της συνόδου
Η επιλογή της Ιαπωνίας να «χτίσει» διπλωματικό κεφάλαιο πριν από τη σύνοδο της G7 εντάσσεται στη σταθερή πρακτική των κρατών-μελών να αναζητούν συγκλίσεις πριν καθίσουν στο κοινό τραπέζι. Μέσα από τις συναντήσεις στο Λονδίνο και τη Ρώμη, το Τόκιο επιδιώκει να διαμορφώσει κοινό έδαφος με δύο ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση της ατζέντας της G7.
Η συνάντηση με τον Κιρ Στάρμερ δίνει στην ιαπωνική πλευρά την ευκαιρία να συνομιλήσει με μια κυβέρνηση που επιδιώκει να επανατοποθετήσει το Ηνωμένο Βασίλειο σε κεντρικό ρόλο στις δυτικές συμμαχίες. Αντίστοιχα, η επαφή με την Τζόρτζια Μελόνι προσφέρει δίαυλο με μια ιταλική κυβέρνηση που επιχειρεί να συνδυάσει εθνικές προτεραιότητες με ενεργό συμμετοχή σε ευρωπαϊκές και διατλαντικές δομές.
Θεσμική διάσταση: ο ρόλος της Ιαπωνίας στη G7
Η Ιαπωνία, ως η μοναδική ασιατική χώρα στην G7, λειτουργεί συχνά ως γέφυρα ανάμεσα στις δυτικές οικονομίες και την ευρύτερη περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Η παρουσία της Τάκαϊτσι στο Εβιάν, μετά από στοχευμένες διμερείς επαφές στην Ευρώπη, ενισχύει την εικόνα μιας χώρας που επιδιώκει να συνδυάσει περιφερειακές ανησυχίες με τη συνολική στρατηγική των επτά.
Σε θεσμικό επίπεδο, τέτοιες κινήσεις δείχνουν πώς η G7 παραμένει όχι μόνο φόρουμ λήψης αποφάσεων, αλλά και μηχανισμός συνεχούς διαβούλευσης και συντονισμού. Η προεργασία μέσω διμερών συναντήσεων περιορίζει τις αιφνιδιαστικές διαφωνίες και επιτρέπει στους ηγέτες να προσέλθουν στη σύνοδο με ήδη επεξεργασμένες γραμμές σύγκλισης.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η κίνηση της Ιαπωνίας να ενισχύσει τις γέφυρες με Λονδίνο και Ρώμη πριν από τη σύνοδο της G7 υπενθυμίζει τη σημασία της έγκαιρης διπλωματικής προετοιμασίας σε πολυμερή φόρα. Η Αθήνα, αν και δεν μετέχει στην G7, παρακολουθεί στενά τις ευρωπαϊκές θέσεις που διαμορφώνονται σε τέτοιες συναντήσεις, καθώς επηρεάζουν το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο κινούνται η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική και οι στρατηγικές αποφάσεις για την ασφάλεια, με έμμεσες συνέπειες για τις ελληνικές επιλογές σε επενδύσεις, ενέργεια και εξωτερική πολιτική.






