Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ για τις ανισότητες φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη στοχευμένων αναδιανεμητικών πολιτικών. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι υψηλές ιδιωτικές δαπάνες υγείας και ο κίνδυνος «παγίδας φτώχειας».
Το ΙΟΒΕ επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των ανισοτήτων στην Ελλάδα, με αφετηρία τη μελέτη «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα». Στο δημόσιο διάλογο μπαίνουν ξανά η αποτελεσματικότητα των αναδιανεμητικών πολιτικών, το κόστος υγείας για τα νοικοκυριά και η αντοχή της κοινωνικής συνοχής.
Ποιες παρεμβάσεις θεωρούνται κρίσιμες για τη μείωση των ανισοτήτων;
Ο Πάνος Τσακλόγλου υπογράμμισε ότι οι αναδιανεμητικές πολιτικές της κρίσης μείωσαν την ανισότητα, αλλά όχι στον βαθμό που πέτυχαν άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εξήγησε ότι απαιτείται προσεκτική ανάγνωση των δεδομένων και ενίσχυση της εργασίας, ώστε να αποφευχθεί η «παγίδα φτώχειας» για ευάλωτα στρώματα.
Η Ειρήνη Ανδριοπούλου τόνισε ότι τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν πώς εξελίσσεται η ανισότητα και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί με πιο στοχευμένες πολιτικές. Στα μέτρα περιλαμβάνονται ο προσεκτικός υπολογισμός κοινωνικών δαπανών σε υγεία, συντάξεις και ανεργία και η χρήση προσομοιώσεων πριν την εφαρμογή νέων παρεμβάσεων.
Πώς επηρεάζουν υγεία, δημογραφικό και κοινωνική συνοχή τα νοικοκυριά;
Η Νίκη Καλαβρέζου εστίασε στις υψηλές ιδιωτικές δαπάνες υγείας, σημειώνοντας ότι οι οικογένειες καλούνται να πληρώνουν «από την τσέπη τους» κόστη που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες καλύπτονται περισσότερο συλλογικά. Υπογράμμισε ότι το παραδοσιακό μοντέλο οικογενειακής φροντίδας, με κύριο βάρος στις γυναίκες, έχει ουσιαστικά καταρρεύσει χωρίς να έχει αντικατασταθεί πλήρως από επαρκείς δημόσιες δομές.
Η Ανδριοπούλου ανέδειξε ότι η Ελλάδα διαθέτει μόλις 0,1% του ΑΕΠ για μακροχρόνια φροντίδα, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την αντίληψη των πολιτών για την κοινωνική προστασία. Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι οι δαπάνες πρόληψης μακροχρόνιων νοσημάτων δεν συμβαδίζουν με την ταχύτητα γήρανσης του πληθυσμού, ενώ το δημογραφικό δημιουργεί πιέσεις και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Η χαμηλή δημόσια δαπάνη για μακροχρόνια φροντίδα και οι υψηλές ιδιωτικές πληρωμές υγείας περιορίζουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και εντείνουν τις ανισότητες. Η ανάγκη για καλύτερη στόχευση επιδομάτων και κοινωνικών δαπανών, όπως τόνισε και ο Νίκος Βέττας, συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και την αποφυγή σπατάλης πόρων.
Ο εξορθολογισμός των πόρων στην περιφέρεια, συμπεριλαμβανομένων των πανεπιστημίων, μπορεί να περιορίσει μελλοντικά κόστη μετακίνησης για φοιτητές και οικογένειες. Παράλληλα, η διερεύνηση των λόγων στροφής των πολιτών στην ιδιωτική περίθαλψη αποτελεί κρίσιμο βήμα για την αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και τη μείωση των ανισοτήτων πρόσβασης.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, το μήνυμα είναι ότι οι ανισότητες δεν αποτυπώνονται μόνο στο εισόδημα, αλλά κυρίως στο τι μένει μετά τις ανελαστικές δαπάνες υγείας και φροντίδας. Για τις επιχειρήσεις, η επιμονή των ανισοτήτων περιορίζει τη ζήτηση και διευρύνει τα ρίσκα, ενώ για την εθνική οικονομία η πρόκληση είναι να μετατρέψει τις κοινωνικές δαπάνες από παθητικό κόστος σε επένδυση που ενισχύει παραγωγικότητα, απασχόληση και κοινωνική συνοχή.
Διαβάστε επίσης:
ΙΟΒΕ καταγράφει βελτίωση δεικτών αλλά επιμένει η οικονομική ασφυξία






