Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προειδοποιεί ότι έως και 560.000 θέσεις εργασίας κινδυνεύουν τα επόμενα χρόνια λόγω υψηλού ενεργειακού κόστους και πράσινης μετάβασης. Η προειδοποίηση συνδέεται με την Εαρινή δέσμη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και αναδεικνύει τα όρια της αντοχής της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να καταγράψει, με την Εαρινή δέσμη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, μια από τις πιο σαφείς μέχρι σήμερα προειδοποιήσεις για το κόστος της ενεργειακής κρίσης στην απασχόληση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το «Politico», έως και 560.000 θέσεις εργασίας στην ΕΕ κινδυνεύουν τα επόμενα χρόνια, καθώς το υψηλό κόστος ενέργειας, η αναδιάρθρωση της βιομηχανίας και η πράσινη μετάβαση συμπιέζουν την ανταγωνιστικότητα.
Η εικόνα που διαμορφώνεται στις Βρυξέλλες δεν αφορά μόνο τις βραχυπρόθεσμες πιέσεις στις τιμές, αλλά μια βαθύτερη ανακατανομή παραγωγής, επενδύσεων και θέσεων εργασίας σε όλη την ευρωπαϊκή οικονομία. Η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από τη διαχείριση της κρίσης σε ερώτημα στρατηγικής: ποιος θα παράγει τι στην Ευρώπη της υψηλής ενέργειας και της κλιματικής ουδετερότητας.
Η ενεργειακή κρίση μεταφέρεται στην αγορά εργασίας
Η Επιτροπή συνδέει άμεσα τις απώλειες θέσεων εργασίας με τις πιέσεις στις τιμές ενέργειας που αναμένεται να παραμείνουν έντονες και το 2026. Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ στο Ιράν, που συνεχίζει να επηρεάζει τις τιμές του πετρελαίου, λειτουργεί ως εξωτερικός παράγοντας αστάθειας σε μια ήδη επιβαρυμένη αγορά ενέργειας.
Οι τομείς που εμφανίζονται πιο εκτεθειμένοι είναι οι κατασκευές, τα μέταλλα, τα χημικά και οι μεταφορές – κλάδοι με υψηλή ενεργειακή ένταση και κρίσιμο ρόλο στις αλυσίδες αξίας. Σε αυτούς τους τομείς, η αύξηση του κόστους λειτουργεί σαν «σιωπηρή φορολογία» στην παραγωγή, διαβρώνοντας περιθώρια κέρδους, επενδυτικά σχέδια και τελικά την απασχόληση.
Η εξασθένιση της οικονομικής δραστηριότητας έχει ήδη οδηγήσει την Κομισιόν σε αναθεώρηση των προβλέψεων για την ανεργία. Αντί για σταδιακή αποκλιμάκωση, η ανεργία εκτιμάται πλέον στο 6% τόσο για το 2026 όσο και για το 2027, έναντι προηγούμενων προβλέψεων 5,9% και 5,8% αντίστοιχα. Η μικρή μεταβολή στο ποσοστό μεταφράζεται σε δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας σε επίπεδο Ένωσης.
Αυτοκινητοβιομηχανία, μπαταρίες, ηλιακά: οι κλάδοι υπό πίεση
Πέρα από τον οριζόντιο αντίκτυπο του ενεργειακού κόστους, η Επιτροπή χαρτογραφεί και συγκεκριμένους κλάδους όπου η πράσινη μετάβαση και ο διεθνής ανταγωνισμός δημιουργούν πρόσθετους κινδύνους για την απασχόληση. Στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, βασικό μοχλό της γερμανικής οικονομίας, εκτιμάται ότι 600.000 θέσεις εργασίας βρίσκονται σε κίνδυνο, καθώς ο κλάδος μεταβαίνει από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης στα ηλεκτρικά οχήματα και αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό από την Κίνα.
Στον κλάδο των μπαταριών, περίπου 85.000 θέσεις εργασίας χαρακτηρίζονται ως ευάλωτες, ενώ στην παραγωγή ηλιακών συστημάτων σχεδόν 59.000 θέσεις επηρεάζονται από τις πιέσεις της αγοράς. Στη χαλυβουργία, τα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα συνδέονται με κίνδυνο για άλλες 4.500 θέσεις εργασίας.
Οι αριθμοί αυτοί τροφοδοτούν μια ευρύτερη συζήτηση στις Βρυξέλλες για το αν η Ευρώπη χάνει έδαφος σε στρατηγικούς κλάδους απέναντι σε Κίνα και ΗΠΑ, παρά τις πρωτοβουλίες για ενίσχυση της εγχώριας μεταποίησης. Η πράσινη μετάβαση, χωρίς επαρκή βιομηχανική πολιτική και ενεργειακό κόστος σε ανταγωνιστικά επίπεδα, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μετάβαση παραγωγής εκτός Ευρώπης.
Χρέος, επενδύσεις και ανθρώπινο κεφάλαιο
Η Επιτροπή αναμένει ότι οι κυβερνήσεις θα αναλάβουν περισσότερο χρέος τα επόμενα χρόνια, καθώς επιχειρούν να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις και να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις που απαιτεί η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Ωστόσο, η Εαρινή δέσμη επιχειρεί να μετατοπίσει το κέντρο βάρους από τις οριζόντιες ενισχύσεις προς στοχευμένες επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο.
Το κεντρικό μήνυμα είναι σαφές: η οικονομική ανθεκτικότητα της ΕΕ εξαρτάται όλο και περισσότερο από την ικανότητα των οικονομιών να αναβαθμίσουν δεξιότητες και να καλύψουν κενά στην αγορά εργασίας. Για πρώτη φορά, οι συστάσεις που συνοδεύουν την έκθεση θα δίνουν ειδικό βάρος στην ενσωμάτωση της εκπαίδευσης, της επαγγελματικής κατάρτισης, της εκπαίδευσης ενηλίκων, των δεξιοτήτων STEM και της επανεκπαίδευσης στο πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ.
Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά της πίεσης: το 68% των μεσαίων επιχειρήσεων ανέφερε έλλειψη δεξιοτήτων το 2023, ενώ το 2024 το 77% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι η έλλειψη εργατικού δυναμικού και δεξιοτήτων αποτελεί εμπόδιο στις επενδύσεις. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ταυτόχρονα ενεργειακό κόστος, κίνδυνο απώλειας θέσεων εργασίας και έλλειψη κατάλληλων εργαζομένων για να στηρίξουν τη νέα βιομηχανική της βάση.
Κοινωνικές ανισότητες και ενεργειακό βάρος στα νοικοκυριά
Οι προκλήσεις που περιγράφει η Κομισιόν δεν περιορίζονται στην απώλεια θέσεων εργασίας, αλλά επεκτείνονται στην ποιότητα της εργασίας και στην κατανομή του κόστους της ενεργειακής μετάβασης. Τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα αναμένεται να σηκώσουν δυσανάλογο βάρος από τις υψηλότερες τιμές καυσίμων, με επιπλέον κόστος που εκτιμάται στο 1,4% του εισοδήματός τους.
Παράλληλα, επισημαίνονται επίμονες ανισότητες στην αγορά εργασίας: οι πολίτες εκτός ΕΕ παραμένουν σημαντικά πιο πιθανό να είναι υπερ-προσοντούχοι για τις θέσεις που κατέχουν, σε σχέση με τους ντόπιους εργαζόμενους. Ένας στους πέντε εργαζόμενους εμφανίζεται εγκλωβισμένος σε θέσεις με χαμηλούς μισθούς σε κλάδους με χαμηλή αύξηση παραγωγικότητας, ενώ ένας στους δώδεκα απειλείται από φτώχεια, παρότι εργάζεται.
Η εικόνα αυτή υπογραμμίζει ότι η ενεργειακή και βιομηχανική πολιτική δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκομμένα από την κοινωνική συνοχή. Η διατήρηση της στήριξης των πολιτών στην πράσινη μετάβαση θα εξαρτηθεί από το αν τα βάρη θα κατανεμηθούν δίκαια και αν οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται θα είναι ποιοτικές και επαρκώς αμειβόμενες.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, οι ευρωπαϊκές προειδοποιήσεις λειτουργούν ως έγκαιρο σήμα κινδύνου. Η εγχώρια βιομηχανία μετάλλων, χημικών, κατασκευών και μεταφορών είναι εξίσου εκτεθειμένη στο υψηλό ενεργειακό κόστος, ενώ η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα σημαίνει ότι οι διεθνείς αναταράξεις στις τιμές πετρελαίου και καυσίμων περνούν γρήγορα στους λογαριασμούς ρεύματος και στα πρατήρια. Αν η ΕΕ κινηθεί προς πιο αυστηρή στόχευση των επιδοτήσεων και μεγαλύτερη έμφαση στην κατάρτιση, η Ελλάδα θα χρειαστεί να ανακατευθύνει πόρους από οριζόντια μέτρα στήριξης σε επενδύσεις σε δεξιότητες και ενεργειακή αποδοτικότητα στη βιομηχανία, ώστε να προστατεύσει θέσεις εργασίας και να περιορίσει τις αυξήσεις στο κόστος παραγωγής. Για τον Έλληνα καταναλωτή, η πίεση στις τιμές καυσίμων και ενέργειας, ειδικά για τα χαμηλά εισοδήματα, σημαίνει ότι η συζήτηση για στοχευμένα κοινωνικά τιμολόγια, ανακαινίσεις κτιρίων και εξοικονόμηση ενέργειας θα παραμείνει στο επίκεντρο, καθώς η ενεργειακή κρίση μετατρέπεται σε δομικό παράγοντα που επηρεάζει μισθούς, απασχόληση και αγοραστική δύναμη.






