Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να φρενάρει την κλιμάκωση μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ στον Λίβανο, με μια άτυπη, περιορισμένη συμφωνία αποκλιμάκωσης. Ωστόσο, οι επιθέσεις συνεχίζονται και οι πολίτες παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια σύγκρουση χωρίς σαφή πολιτική διέξοδο.
Οι τελευταίες κινήσεις της Ουάσιγκτον στη γραμμή Ισραήλ–Λιβάνου αποτυπώνουν την προσπάθεια του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να περιορίσει την ένταση, την ώρα που αναζητά διέξοδο από τον πόλεμο με το Ιράν. Μετά από σκληρή τηλεφωνική επικοινωνία με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο Λευκός Οίκος προώθησε μια άτυπη κατανόηση: το Ισραήλ να αποφύγει πλήγματα στα νότια προάστια της Βηρυτού, εφόσον η Χεζμπολάχ παγώσει τις επιθέσεις της στο ισραηλινό έδαφος. Παρά τη ρητορική περί «παύσης όλων των πυρών», οι επιθέσεις με drones και ρουκέτες συνεχίστηκαν, με νέους νεκρούς αμάχους και εκτεταμένες ζημιές σε υποδομές υγείας και κατοικίες.
Περιορισμένη διπλωματία σε πλαίσιο μόνιμης αστάθειας
Η παρέμβαση των ΗΠΑ έρχεται σε μια στιγμή όπου ο Λίβανος βιώνει ήδη βαθιά οικονομική και θεσμική κρίση, με το νομισματικό σύστημα αποδυναμωμένο και τη φτώχεια να έχει εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια. Η στρατιωτική κλιμάκωση επιδεινώνει μια ήδη εύθραυστη κατάσταση: περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού έχει εκτοπιστεί εσωτερικά, ενώ ο νότος της χώρας υφίσταται συστηματική καταστροφή χωριών και βασικών υποδομών. Η Χεζμπολάχ, γεννημένη μέσα από προηγούμενη ισραηλινή κατοχή, αξιοποιεί την καταστροφή για να ενισχύσει το αφήγημα του «υπερασπιστή της εθνικής κυριαρχίας», υπονομεύοντας περαιτέρω την ήδη ασθενή κρατική αρχή.
Για το Ισραήλ, οι επιχειρήσεις στον Λίβανο και τα πλήγματα σε ιρανικούς στόχους έχουν υψηλό στρατιωτικό και πολιτικό κόστος, χωρίς να επιτυγχάνουν τον στρατηγικό στόχο της εξουδετέρωσης της Χεζμπολάχ ή της ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος. Η εσωτερική πολιτική πίεση ενόψει εκλογών ωθεί τον Νετανιάχου σε διαρκή «πόλεμο χαμηλής έντασης», ενώ η Τεχεράνη απειλεί με πάγωμα των συνομιλιών ειρήνης, αυξάνοντας τον γεωπολιτικό κίνδυνο για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Ενεργειακός και πληθωριστικός κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία
Η συνέχιση της σύγκρουσης σε Λίβανο και Ιράν λειτουργεί ως μόνιμη πηγή αστάθειας για τις αγορές ενέργειας, με τα ασφάλιστρα κινδύνου, τα ναύλα και το κόστος ασφάλισης να παραμένουν αυξημένα. Οι πιο ευάλωτες οικονομίες υφίστανται πίεση μέσω υψηλότερου κόστους ζωής, καθώς οι διαταραχές σε μεταφορές και εφοδιαστικές αλυσίδες περνούν στις τιμές. Οι βραχυπρόθεσμες διευθετήσεις που περιορίζουν προσωρινά τις απώλειες αμάχων δεν συνιστούν βιώσιμη στρατηγική σταθεροποίησης, ούτε επαρκούν για να μειώσουν ουσιαστικά το γεωπολιτικό risk premium που ενσωματώνουν οι αγορές.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η σύγκρουση στον Λίβανο μεταφράζεται κυρίως σε αυξημένο ενεργειακό και ναυτιλιακό κίνδυνο. Η ελληνική ναυτιλία, με ισχυρή παρουσία σε δεξαμενόπλοια και μεταφορά υδρογονανθράκων, εκτίθεται σε υψηλότερα ασφάλιστρα και επιχειρησιακή αβεβαιότητα σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς. Παράλληλα, κάθε νέα ένταση στη Μέση Ανατολή ενισχύει τον κίνδυνο αναζωπύρωσης των πληθωριστικών πιέσεων στην ενέργεια, με άμεσες συνέπειες για το κόστος παραγωγής και τα δημοσιονομικά περιθώρια της Ελλάδας. Η ανάγκη για επιτάχυνση της ενεργειακής διαφοροποίησης και της πράσινης μετάβασης καθίσταται έτσι όχι μόνο κλιματικός, αλλά και καθαρά γεωπολιτικός στόχος.






