Ο νόμος Κατσέλη επανέρχεται στο προσκήνιο, αλλά η Moody’s εκτιμά ότι το κόστος για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες παραμένει διαχειρίσιμο και δεν ανατρέπει τα πιστωτικά τους προφίλ. Η αναδρομική διόρθωση των τόκων ευνοεί συνεπείς δανειολήπτες, χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά τη στρατηγική κεφαλαίων και κερδοφορίας του τραπεζικού συστήματος.
Ο νόμος Κατσέλη επανέρχεται δυναμικά στην τραπεζική ατζέντα, αλλά η Moody’s στέλνει μήνυμα ότι το κόστος από τον επανυπολογισμό των τόκων είναι διαχειρίσιμο για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Η συνολική επιβάρυνση, που η κυβέρνηση εκτιμά σε περίπου 700 εκατ. ευρώ, δεν θεωρείται ικανή να ανατρέψει τη φερεγγυότητα ή την κερδοφορία του κλάδου.
Πώς επηρεάζει ο νόμος Κατσέλη τις τράπεζες μετά τη ρύθμιση;
Η πρόσφατη τροποποίηση που ενέκρινε η Βουλή στις 24 Ιουνίου αλλάζει ριζικά τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα στεγαστικά δάνεια του νόμου Κατσέλη, καθώς αυτοί πλέον υπολογίζονται πάνω στη δικαστικά ορισμένη μηνιαία δόση και όχι στο συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο. Με αναδρομική ισχύ, οι επιπλέον τόκοι που κατέβαλαν συνεπείς δανειολήπτες μετατρέπονται σε αποπληρωμή κεφαλαίου, μειώνοντας το υπόλοιπο και συντομεύοντας τη διάρκεια του δανείου.
Η Moody’s επισημαίνει ότι το εκτιμώμενο κόστος των 700 εκατ. ευρώ κατανέμεται σε δύο σκέλη, με περίπου 500 εκατ. ευρώ να αφορούν μελλοντικά διαφυγόντα έσοδα από τόκους σε χαρτοφυλάκιο 16,5 δισ. ευρώ σε ορίζοντα 20ετίας και 200 εκατ. ευρώ να σχετίζονται με αναδρομική αναγνώριση υπερκαταβληθέντων τόκων. Παρά το μέγεθος των ποσών, ο οίκος δεν βλέπει ανάγκη αναθεώρησης των αξιολογήσεων για Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank.
Ποιο είναι το πραγματικό βάρος και ποιοι κίνδυνοι παραμένουν ανοιχτοί;
Κρίσιμο ρόλο στην απορρόφηση του κόστους παίζει το πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», μέσω του οποίου τα 500 εκατ. ευρώ από τα μελλοντικά διαφυγόντα έσοδα καλύπτονται σε επίπεδο τιτλοποιήσεων, χωρίς να επηρεάζεται η εξυπηρέτηση των ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας. Το υπόλοιπο κόστος των 200 εκατ. ευρώ θα μοιραστεί περίπου ισόποσα μεταξύ τραπεζών και εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, χωρίς άμεση δημοσιονομική επιβάρυνση.
Ο οίκος αναμένει ότι οι τράπεζες θα σχηματίσουν πρόσθετες εφάπαξ προβλέψεις στο τρίτο τρίμηνο του 2026, ωστόσο τις χαρακτηρίζει περιορισμένες σε σχέση με προ προβλέψεων έσοδα άνω των 6,5 δισ. ευρώ το 2025. Παράλληλα, οι δείκτες CET1 μεταξύ 13% και 17% τον Μάρτιο του 2026, σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες διοικητικές προβλέψεις, θεωρούνται επαρκής «μαξιλάρι» για να απορροφήσουν την επιβάρυνση χωρίς να τεθούν σε αμφισβήτηση τα εποπτικά περιθώρια.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Η θετική ανάγνωση της Moody’s λειτουργεί σταθεροποιητικά για την ελληνική οικονομία, καθώς περιορίζει τον φόβο νέου κύκλου αναταράξεων από τον νόμο Κατσέλη και τις δικαστικές του προεκτάσεις. Για τους συνεπείς δανειολήπτες που υπάγονται στο πλαίσιο, η αναδρομική μετατροπή τόκων σε κεφάλαιο μεταφράζεται σε ταχύτερη απομείωση χρέους και μικρότερο συνολικό κόστος εξυπηρέτησης.
Για τις τράπεζες, η ανάγκη εφάπαξ προβλέψεων το 2026 πιθανόν να περιορίσει μέρος της κερδοφορίας, αλλά χωρίς να ανατρέπει τα σχέδια χορήγησης νέων δανείων ή μερισματικής πολιτικής, εφόσον δεν υλοποιηθούν τα δυσμενή σενάρια. Οι κίνδυνοι που παρακολουθεί η Moody’s –από πιθανές προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ενδεχόμενη επέκταση της ρύθμισης σε άλλες κατηγορίες ρυθμίσεων και την απόκλιση εκτιμήσεων κόστους έως 1,3 δισ. ευρώ– υπενθυμίζουν ότι το θεσμικό πλαίσιο ιδιωτικού χρέους παραμένει πηγή αβεβαιότητας.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, η εξέλιξη αυτή σημαίνει πιθανή ελάφρυνση για όσους εντάχθηκαν έγκαιρα στον νόμο Κατσέλη, αλλά όχι αυτόματη διεύρυνση προστασίας σε άλλες ρυθμίσεις, τουλάχιστον στο βασικό σενάριο. Για τις επιχειρήσεις και συνολικά την οικονομία, η διατήρηση της κεφαλαιακής ισχύος των τραπεζών περιορίζει τον κίνδυνο αυστηρότερης πιστοδότησης και διασφαλίζει ότι η συζήτηση για το ιδιωτικό χρέος δεν θα εκτροχιάσει την πορεία χρηματοδότησης επενδύσεων και ανάπτυξης.
#Moody’s #νόμοςΚατσέλη #ελληνικέςτράπεζες #Eurobank #ΕθνικήΤράπεζα






