Οι δασμοί μπορεί να προστατεύσουν προσωρινά τη βιομηχανία, αλλά δεν λύνουν το πραγματικό πρόβλημα της Ευρώπης: την απώλεια ανταγωνιστικότητας
Τα τελευταία χρόνια η Κίνα έχει μετατραπεί στον απόλυτο «αποδιοπομπαίο τράγο» των εμπορικών και βιομηχανικών προβλημάτων της Δύσης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η άνοδος της κινεζικής βιομηχανίας αντιμετωπίζεται εδώ και χρόνια ως στρατηγική απειλή. Στην Ευρώπη, όμως, η συζήτηση ήταν μέχρι πρόσφατα διαφορετική.
Οι ευρωπαϊκές ανησυχίες επικεντρώνονταν κυρίως στην εξάρτηση από την Κίνα σε κρίσιμες πρώτες ύλες, σπάνιες γαίες και τεχνολογίες στρατηγικής σημασίας. Σήμερα, ωστόσο, ολοένα και περισσότεροι Ευρωπαίοι πολιτικοί υιοθετούν την αμερικανική ρητορική, υποστηρίζοντας ότι οι μαζικές κινεζικές εξαγωγές απειλούν την ευρωπαϊκή βιομηχανία και τις θέσεις εργασίας.
Η λογική αυτή έχει οδηγήσει σε αυξανόμενες πιέσεις για την επιβολή δασμών, περιορισμών και προστατευτικών μέτρων απέναντι στα κινεζικά προϊόντα.
Όμως σύμφωνα με τον οικονομολόγο Daniel Gros, η προσέγγιση αυτή κινδυνεύει να μετατρέψει ένα σύμπτωμα σε αιτία και να οδηγήσει την Ευρώπη σε λανθασμένα συμπεράσματα για το πραγματικό πρόβλημα της ανταγωνιστικότητάς της.
Η Κίνα δεν είναι η βασική αιτία
Η κυρίαρχη πολιτική αφήγηση υποστηρίζει ότι η κινεζική βιομηχανία κατακτά αγορές χάρη στις κρατικές επιδοτήσεις και στις χαμηλές τιμές παραγωγής.
Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Η Κίνα έχει καταφέρει να αποκτήσει κυρίαρχη θέση σε μια σειρά κλάδων επειδή επένδυσε επί δεκαετίες στην παραγωγή, στις υποδομές, στην τεχνολογία και στις αλυσίδες εφοδιασμού.
Το αποτέλεσμα είναι μια βιομηχανική βάση που λειτουργεί σε κλίμακα την οποία η Ευρώπη δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί.
Το πρόβλημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι μόνο ότι η Κίνα εξάγει φθηνά προϊόντα. Είναι ότι η Ευρώπη παράγει ολοένα λιγότερα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας σε στρατηγικούς τομείς.
Οι δασμοί δεν δημιουργούν ανταγωνιστικότητα
Η ιστορία δείχνει ότι οι προστατευτικές πολιτικές μπορούν να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση σε ορισμένους κλάδους.
Δεν μπορούν όμως να δημιουργήσουν καινοτομία.
Δεν μπορούν να δημιουργήσουν νέες τεχνολογίες.
Δεν μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα.
Η επιβολή δασμών στα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα ή στα βιομηχανικά προϊόντα μπορεί να περιορίσει προσωρινά τον ανταγωνισμό, αλλά δεν θα μετατρέψει αυτόματα την Ευρώπη σε παγκόσμιο πρωταγωνιστή της τεχνολογίας.
Αντίθετα, υπάρχει ο κίνδυνος οι επιχειρήσεις να επαναπαυθούν πίσω από ένα προστατευμένο περιβάλλον χωρίς να πραγματοποιήσουν τις απαραίτητες επενδύσεις.
Το πραγματικό έλλειμμα της Ευρώπης
Το βαθύτερο πρόβλημα της Ευρώπης βρίσκεται αλλού.
Η ήπειρος επενδύει λιγότερα κεφάλαια στην τεχνολογία από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δημιουργεί λιγότερες μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες.
Υστερεί στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στο cloud computing, στους ημιαγωγούς και στις ψηφιακές υποδομές.
Ταυτόχρονα αντιμετωπίζει υψηλό ενεργειακό κόστος, δημογραφικές πιέσεις και κατακερματισμένες κεφαλαιαγορές.
Η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης δεν υπονομεύεται κυρίως από την Κίνα. Υπονομεύεται από τις δικές της αδυναμίες.
Η παγίδα του οικονομικού εθνικισμού
Οι πιέσεις για πιο επιθετική εμπορική πολιτική αυξάνονται καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους προστασίας της βιομηχανίας τους.
Ωστόσο, η υιοθέτηση μιας λογικής οικονομικού εθνικισμού ενδέχεται να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο αντιποίνων, αυξάνοντας το κόστος για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές.
Η Ευρώπη παραμένει μία από τις πιο ανοιχτές οικονομίες του κόσμου και σημαντικό μέρος της ευημερίας της βασίζεται στο διεθνές εμπόριο.
Για αυτόν τον λόγο, η πρόκληση δεν είναι να κλείσει τις αγορές της αλλά να ενισχύσει την ικανότητά της να ανταγωνίζεται σε αυτές.
SBC Economic View
Η Ευρώπη κινδυνεύει να κάνει το ίδιο λάθος που έκανε πολλές φορές στο παρελθόν: να μπερδέψει τον ανταγωνιστή με το πρόβλημα.
Η Κίνα δεν είναι η αιτία της ευρωπαϊκής στασιμότητας. Είναι ο καθρέφτης της.
Κάθε φορά που οι Ευρωπαίοι πολιτικοί μιλούν για τις κινεζικές επιδοτήσεις, αποφεύγουν να μιλήσουν για τη χαμηλή παραγωγικότητα, τη γραφειοκρατία, την αργή λήψη αποφάσεων και την αδυναμία δημιουργίας παγκόσμιων τεχνολογικών πρωταθλητών.
Οι δασμοί μπορεί να κερδίσουν χρόνο.
Δεν μπορούν όμως να κερδίσουν το μέλλον.
Η πραγματική μάχη της Ευρώπης δεν είναι απέναντι στο Πεκίνο. Είναι απέναντι στις δικές της διαρθρωτικές αδυναμίες.
Και όσο πιο γρήγορα το αναγνωρίσει, τόσο περισσότερες πιθανότητες θα έχει να παραμείνει μία από τις μεγάλες οικονομικές δυνάμεις του 21ου αιώνα.







