Οι λογαριασμοί ρεύματος μένουν σταθεροί για την πλειονότητα των νοικοκυριών τον Ιούνιο, αλλά ο κίνδυνος ανατιμήσεων μετατίθεται για τον Ιούλιο, καθώς το φυσικό αέριο επανέρχεται ως βασικός παράγοντας κόστους.
Χωρίς αυξήσεις στα τιμολόγια ρεύματος μπαίνει ο Ιούνιος για τη συντριπτική πλειονότητα των νοικοκυριών, με τη μέση χρέωση να παραμένει κάτω από τα 0,15 €/kWh για πάνω από 80% των οικιακών καταναλωτών. Πίσω από αυτή τη σχετική ηρεμία, όμως, διαμορφώνεται ένα πολύ πιο εύθραυστο περιβάλλον για το δεύτερο μισό του καλοκαιριού, καθώς η άνοδος του φυσικού αερίου και η γεωπολιτική αβεβαιότητα δημιουργούν έντονη ανησυχία για τον Ιούλιο και μετά.
Σταθερά τιμολόγια, ισχυρή στήριξη από τα φωτοβολταϊκά
Οι τρεις μεγαλύτεροι προμηθευτές, ΔΕΗ, Protergia και Ήρων, που αθροιστικά καλύπτουν πάνω από οκτώ στα δέκα νοικοκυριά, διατηρούν αμετάβλητες τις χρεώσεις στα «πράσινα» τιμολόγια για τον Ιούνιο. Η ΔΕΗ κρατά τη βασική χρέωση στα 0,138 €/kWh για κατανάλωση έως 200 kWh και στα 0,1539 €/kWh για υψηλότερες κλίμακες, ενώ Protergia και Ήρων κινούνται αντίστοιχα γύρω από τα 0,159 €/kWh και 0,1476 €/kWh.
Η σταθερότητα αυτή δεν είναι τυχαία. Η μέση χονδρική τιμή τον Μάιο διαμορφώθηκε κοντά στα 89 €/MWh, επίπεδο σαφώς χαμηλότερο από τις εκρηκτικές τιμές των προηγούμενων ετών. Καθοριστικός παράγοντας ήταν η εκτόξευση της παραγωγής από φωτοβολταϊκά, που πλέον συμμετέχουν καθημερινά με ποσοστά άνω του 50% στο μεσημεριανό ενεργειακό μείγμα, σε συνδυασμό με σχετικά ήπιες μέχρι τώρα θερμοκρασίες και χαμηλότερη ζήτηση για ψύξη.
Η υπερπροσφορά ηλιακής ενέργειας οδηγεί συχνά σε μηδενικές ή και αρνητικές τιμές στη χονδρική τις μεσημεριανές ώρες, συμπιέζοντας τον μέσο όρο της ημερήσιας τιμής και επιτρέποντας στους προμηθευτές να διατηρούν χαμηλότερες λιανικές χρεώσεις. Πρόκειται για ένα νέο καθεστώς που αλλάζει δομικά την αγορά, μεταφέροντας το κέντρο βάρους του κόστους στις ώρες αιχμής και όχι στο σύνολο του 24ώρου.
Το φυσικό αέριο επιστρέφει ως βασικός κίνδυνος
Παρά την πρόσκαιρη ανακούφιση, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει εκτεθειμένη στην αστάθεια του φυσικού αερίου. Η τιμή του καυσίμου έχει αυξηθεί κατά περίπου 50% από την έναρξη της πρόσφατης γεωπολιτικής έντασης στον Περσικό, με τις ευρωπαϊκές αποθήκες να βρίσκονται γύρω στο 30% πληρότητα, πολύ κάτω από τον στόχο του 80% έως τον Νοέμβριο.
Η απουσία επαρκούς καταριανού LNG, η εκκρεμότητα συμφωνίας ΗΠΑ – Ιράν και η άνοδος των τιμών κοντά στα 49 €/MWh στο φυσικό αέριο επαναφέρουν τον κίνδυνο ενός ακριβού καλοκαιριού για την Ευρώπη. Η δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ότι «δεν πάμε πουθενά με αυτές τις τιμές ενέργειας» αποτυπώνει την πολιτική ανησυχία για τον πληθωριστικό αντίκτυπο, ειδικά σε μια περίοδο όπου η ΕΕ επιχειρεί να σταθεροποιήσει τα επιτόκια και να στηρίξει την ανάπτυξη.
Για την Ελλάδα, το φυσικό αέριο παραμένει το οριακό καύσιμο που καθορίζει την τιμή στη χονδρική τις βραδινές ώρες και στις περιόδους υψηλής ζήτησης. Αν οι παρατεταμένοι καύσωνες οδηγήσουν σε εκτεταμένη χρήση κλιματιστικών και οι τιμές του αερίου παραμείνουν σε ανοδική τροχιά, η πίεση στα τιμολόγια λιανικής από τον Ιούλιο και μετά θεωρείται σχεδόν βέβαιη.
Τέσσερις «ασπίδες» του ελληνικού συστήματος απέναντι στις ανατιμήσεις
Η κυβέρνηση προβάλλει τέσσερις βασικούς μηχανισμούς άμυνας απέναντι στο ενδεχόμενο ανατιμήσεων. Πρώτον, την υπερπαραγωγή φωτοβολταϊκών, που αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω τους θερινούς μήνες, διατηρώντας χαμηλές τις μεσημεριανές τιμές και περιορίζοντας τη συνολική έκθεση στο αέριο.
Δεύτερον, την αυξανόμενη εξαγωγική θέση της Ελλάδας στην ηλεκτρική ενέργεια. Η χώρα είναι πλέον καθαρός εξαγωγέας τις περισσότερες ώρες της ημέρας, με τα διασυνδετικά καλώδια να λειτουργούν συχνά στο μέγιστο. Όταν οι διασυνδέσεις «γεμίζουν», η ελληνική αγορά αποσυνδέεται μερικώς από τις ακριβότερες γειτονικές αγορές, διατηρώντας ανταγωνιστικότερες τιμές στο εγχώριο χρηματιστήριο ενέργειας.
Τρίτον, η σταδιακή ένταξη συστημάτων αποθήκευσης, κυρίως μπαταριών, επιτρέπει τη μεταφορά φθηνής ενέργειας από τις ώρες αιχμής παραγωγής (πρωί και μεσημέρι) προς τις απογευματινές και βραδινές ώρες, μειώνοντας την ανάγκη ενεργοποίησης ακριβών μονάδων αερίου. Ήδη λειτουργούν δοκιμαστικά περίπου 150 MW, ενώ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης προγραμματίζεται η ανάπτυξη περίπου 900 MW αποθήκευσης, μέρος των οποίων εκτιμάται ότι θα είναι διαθέσιμο το καλοκαίρι.
Τέταρτον, τα αυξημένα υδροηλεκτρικά αποθέματα προσφέρουν πρόσθετη ευελιξία στο σύστημα. Η δυνατότητα ενίσχυσης της παραγωγής από υδροηλεκτρικά τις βραδινές ώρες λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στο ακριβό αέριο, περιορίζοντας τις αιχμές στη χονδρική αγορά.
Τι σημαίνει το νέο ενεργειακό τοπίο για νοικοκυριά και αγορά
Για τα νοικοκυριά, ο Ιούνιος λειτουργεί ως ανάπαυλα: τα τιμολόγια παραμένουν σταθερά, αλλά η αβεβαιότητα για τον Ιούλιο και τον Αύγουστο είναι υπαρκτή. Η έντονη εξάρτηση του τελικού λογαριασμού από τις βραδινές τιμές και τις περιόδους καύσωνα σημαίνει ότι η διαχείριση κατανάλωσης και η επιλογή κατάλληλων τιμολογίων αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από ό,τι στο παρελθόν.
Για την αγορά και τους επενδυτές, η εικόνα είναι διττή. Από τη μία πλευρά, η ταχεία διείσδυση των ΑΠΕ και η μετατροπή της Ελλάδας σε καθαρό εξαγωγέα ρεύματος αναβαθμίζουν τον ρόλο της χώρας στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη και δημιουργούν επενδυτικές ευκαιρίες σε φωτοβολταϊκά, αποθήκευση και δίκτυα. Από την άλλη, η παραμένουσα εξάρτηση από το φυσικό αέριο ως καύσιμο αιχμής διατηρεί υψηλό τον κίνδυνο μεταβλητότητας στις τιμές και στις αποδόσεις των ενεργειακών επιχειρήσεων.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η τρέχουσα συγκυρία επιβεβαιώνει ότι η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει ανοιχτό ζήτημα, παρά την πρόοδο στη διαφοροποίηση πηγών και στην ανάπτυξη ΑΠΕ. Η πορεία των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ – Ιράν, η διαθεσιμότητα LNG και η ταχύτητα πλήρωσης των αποθηκών θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το κόστος ενέργειας το φθινόπωρο και, κατ’ επέκταση, την πορεία του πληθωρισμού και της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η σταθερότητα των τιμολογίων τον Ιούνιο λειτουργεί ως προσωρινό «μαξιλάρι» σε μια περίοδο που οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά εξακολουθούν να απορροφούν το κόστος της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης. Ωστόσο, η έκθεση στο φυσικό αέριο σημαίνει ότι οι κίνδυνοι για νέες ανατιμήσεις παραμένουν. Η ταχεία υλοποίηση επενδύσεων σε αποθήκευση και δίκτυα, σε συνδυασμό με στοχευμένη στήριξη των ευάλωτων καταναλωτών, θα κρίνουν αν η Ελλάδα θα μπορέσει να μετατρέψει το σημερινό συγκριτικό πλεονέκτημα των ΑΠΕ σε διατηρήσιμο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και περιορίζοντας τις πληθωριστικές πιέσεις τους επόμενους μήνες.






