Ο επικεφαλής της Rosneft συνδέει την εκρηκτική άνοδο των τεχνολογικών μετοχών με κίνδυνο ιστορικής φούσκας. Στο κάδρο μπαίνουν ταυτόχρονα ενέργεια, μέταλλα και υδάτινοι πόροι.
Η προειδοποίηση ήρθε από έναν παίκτη της «παλιάς οικονομίας», αλλά στοχεύει ευθέως την καρδιά της νέας. Ο διευθύνων σύμβουλος της Rosneft, Ίγκορ Σετσίν, από το Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ Αγίας Πετρούπολης υποστήριξε ότι ο κόσμος «πλησιάζει τη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική φούσκα από τον 19ο αιώνα», με αιχμή την υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου στις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας.
Πώς η τεχνολογία κυριαρχεί στις κεφαλαιαγορές
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, το μερίδιο των 10 μεγαλύτερων τεχνολογικών εταιρειών στην αγορά μετοχών των ΗΠΑ έχει τριπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, ξεπερνώντας το 40%. Με τις αναμενόμενες δημόσιες εγγραφές εταιρειών όπως η SpaceX, η OpenAI και η Anthropic, εκτίμησε ότι το ποσοστό αυτό μπορεί να προσεγγίσει το 50%.
Η εικόνα αυτή παραπέμπει σε δομική στρέβλωση: λίγες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας απορροφούν δυσανάλογο μερίδιο της αποτίμησης, ενώ μεγάλα τμήματα της «υλικής» οικονομίας –ενέργεια, βιομηχανία, πρώτες ύλες– υποτιμώνται σε όρους κεφαλαιοποίησης. Για τη Μόσχα, που στηρίζεται στις εξαγωγές υδρογονανθράκων, η μετατόπιση αυτή δεν είναι μόνο χρηματιστηριακός κίνδυνος, αλλά και γεωοικονομική πρόκληση.
Ενέργεια, μέταλλα και νερό: το κρυφό κόστος της ψηφιακής μετάβασης
Ο Σετσίν συνέδεσε την «ψηφιακή φούσκα» με πολύ υλικούς περιορισμούς. Προειδοποίησε ότι η παγκόσμια κατανάλωση νερού από κέντρα δεδομένων μπορεί σχεδόν να διπλασιαστεί έως το 2030, ενώ η ζήτηση για μέταλλα που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ενέργειας, στα ηλεκτρικά οχήματα και στα δίκτυα ηλεκτρισμού θα μπορούσε να αυξηθεί κατά σχεδόν 200 εκατ. τόνους έως το 2050.
Ταυτόχρονα, ανέφερε ότι οι ενεργειακές ανισορροπίες έχουν ωθήσει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας πάνω από 30% στις ΗΠΑ και μεταξύ 35% και 45% στην Ευρώπη την τελευταία πενταετία. Η άνοδος αυτή συμπίπτει με την επιτάχυνση της ψηφιοποίησης, της ηλεκτροκίνησης και της μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές, δημιουργώντας ένα πλέγμα κόστους που τελικά επιβαρύνει βιομηχανία και νοικοκυριά.
Τι διακυβεύεται για επενδυτές και Ευρώπη
Η τοποθέτηση της Rosneft εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση: από τη μία, η αγορά τιμολογεί την τεχνολογία ως μοχλό μελλοντικής παραγωγικότητας· από την άλλη, οι παραδοσιακοί κλάδοι επισημαίνουν τον κίνδυνο αποσύνδεσης των αποτιμήσεων από τα φυσικά όρια πόρων και ενέργειας. Εάν η συγκέντρωση κεφαλαίου σε λίγες τεχνολογικές μετοχές συνοδευτεί από επιβράδυνση κερδών ή ρυθμιστικές παρεμβάσεις, η διόρθωση θα μπορούσε να έχει συστημικό χαρακτήρα.
Για την Ευρώπη, που ήδη αντιμετωπίζει υψηλότερο ενεργειακό κόστος από τις ΗΠΑ, ο συνδυασμός ακριβής ηλεκτρικής ενέργειας, αυξανόμενης ζήτησης μετάλλων και εξάρτησης από ψηφιακές υποδομές τρίτων χωρών, εντείνει τον κίνδυνο απώλειας ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η συζήτηση αυτή έχει δύο όψεις. Από τη μία, η υπερσυγκέντρωση αξίας στην παγκόσμια τεχνολογία σημαίνει ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών, με περιορισμένη έκθεση σε μεγάλες ψηφιακές εταιρείες, δεν συμμετέχει πλήρως στο ανοδικό σκέλος του κύκλου. Από την άλλη, μια διεθνής διόρθωση στις τεχνολογικές μετοχές θα επηρέαζε την Ελλάδα κυρίως μέσω κλίματος και ρευστότητας, όχι μέσω άμεσης έκθεσης, προσφέροντας σχετική ανθεκτικότητα. Το κρίσιμο για την ελληνική αγορά είναι να αξιοποιήσει την ψηφιακή μετάβαση χωρίς να υποτιμήσει τις ανάγκες σε ενέργεια, δίκτυα και νερό, όπου απαιτούνται στοχευμένες επενδύσεις υποδομής και σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο.





