Νέα μελέτη του Warsaw Enterprise Institute υποστηρίζει ότι το ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών επιβαρύνει δυσανάλογα επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Η Ελλάδα εμφανίζεται στις πλέον εκτεθειμένες οικονομίες, με υψηλό κόστος ανά κάτοικο και κίνδυνο απώλειας ανταγωνιστικότητας.
Το ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών αναδεικνύεται, σύμφωνα με νέα μελέτη, σε έναν από τους βασικούς παράγοντες αύξησης του ενεργειακού κόστους και πίεσης στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Η μελέτη υποστηρίζει ότι το σημερινό μοντέλο ενεργειακής μετάβασης φορτώνει ολοένα μεγαλύτερα βάρη σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, χωρίς να διασφαλίζει βέλτιστη επίτευξη των κλιματικών στόχων.
Πόσο κοστίζει ήδη το ETS στην ευρωπαϊκή οικονομία;
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το άμεσο κόστος του ETS για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ανήλθε το 2023 σε περίπου 46 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων αερομεταφορών και ναυτιλίας. Όταν συνυπολογίζεται η συνολική επίδραση στην οικονομία, η αρνητική επίπτωση εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει έως και τα 55,15 δισ. ευρώ ετησίως, δηλαδή απώλεια έως 123 ευρώ κατά κεφαλήν.
Το κόστος, όπως επισημαίνεται, δεν περιορίζεται στην αγορά δικαιωμάτων εκπομπών, αλλά περιλαμβάνει διοικητικά βάρη συμμόρφωσης και δαπάνες παρακολούθησης και επαλήθευσης εκπομπών. Επιπλέον, ενεργοβόροι κλάδοι όπως η βιομηχανία, η ηλεκτροπαραγωγή και η θέρμανση αντιμετωπίζουν αυξημένο λειτουργικό κόστος, το οποίο τελικά μετακυλίεται στην πραγματική οικονομία.
Το ETS 2 ως επόμενη πηγή κόστους και ανισορροπιών
Η μελέτη προειδοποιεί ότι το μεγαλύτερο σοκ βρίσκεται μπροστά, με την πλήρη εφαρμογή του ETS 2 και την κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων έως το 2034. Σε αυτό το σενάριο, όπου η τιμολόγηση του άνθρακα επεκτείνεται σε οδικές μεταφορές, κτίρια και επιπλέον βιομηχανικές δραστηριότητες, το συνολικό κόστος θα μπορούσε να φτάσει τα 140 δισ. ευρώ ετησίως.
Η εκτίμηση αυτή βασίζεται σε τιμή 70 ευρώ ανά τόνο CO₂, την οποία οι συντάκτες χαρακτηρίζουν συντηρητική, καθώς ορισμένοι αναλυτές προβλέπουν επίπεδα άνω των 150 ή και 200 ευρώ ανά τόνο. Από τα περίπου 140 δισ. ευρώ, περισσότερα από 52 δισ. ευρώ αποδίδονται μόνο στις οδικές μεταφορές, δείχνοντας το μέγεθος της επιβάρυνσης που αναμένεται να μεταφερθεί στους καταναλωτές μέσω των καυσίμων.
Ελλάδα και Κεντρική-Ανατολική Ευρώπη στους «χαμένους» του συστήματος;
Τα ευρήματα για την κατανομή του κόστους μεταξύ κρατών-μελών αναδεικνύουν έντονες ανισότητες, με ιδιαίτερη αναφορά στην Ελλάδα και τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ενώ στις πλουσιότερες οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης η επιβάρυνση ανά κάτοικο παραμένει σχετικά χαμηλή, για την Ελλάδα, την Πολωνία, την Τσεχία και τη Βουλγαρία το κόστος είναι πολλαπλάσιο.
Για την Ελλάδα, η έκθεση εκτιμά επιβάρυνση 191 έως 264 ευρώ ανά κάτοικο, επίπεδο από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι συντάκτες θεωρούν ότι οικονομίες πιο εξαρτημένες από βιομηχανία και συμβατικές μορφές ενέργειας πλήττονται δυσανάλογα, καθώς το ETS λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός αφαίρεσης κεφαλαίων από την παραγωγή, παρά ως κίνητρο για επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες.
Αμφισβήτηση της «αγοράς» και αναζήτηση εναλλακτικών εργαλείων
Κεντρικό επιχείρημα της μελέτης είναι ότι το ETS δεν λειτουργεί ως πραγματική ελεύθερη αγορά, καθώς οι επιχειρήσεις που εκπέμπουν CO₂ δεν έχουν ουσιαστική εναλλακτική πέρα από την αγορά δικαιωμάτων, ανεξαρτήτως τιμής. Η προσφορά δικαιωμάτων καθορίζεται διοικητικά, ενώ η συμμετοχή χρηματοοικονομικών επενδυτών ενισχύει τη μεταβλητότητα, με την εκτίναξη των τιμών από περίπου 20 ευρώ ανά τόνο το 2020 κοντά στα 100 ευρώ το 2022 να περιγράφεται ως εξέλιξη με χαρακτηριστικά «φούσκας».
Ως απάντηση, προτείνονται εναλλακτικοί ή συμπληρωματικοί μηχανισμοί που στηρίζονται σε φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις χαμηλών εκπομπών και σε ειδικά ταμεία ταχείας καινοτομίας. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της μελέτης, τέτοιες πολιτικές θα μπορούσαν να ενισχύσουν το ΑΕΠ της ΕΕ, να μειώσουν το κόστος για τις επιχειρήσεις και να επιταχύνουν τις επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες, περιορίζοντας τις στρεβλώσεις του υφιστάμενου συστήματος.
SBC Red Line
Πίσω από τα νούμερα του ETS κρύβεται μια σιωπηλή αναδιανομή κόστους από τον πυρήνα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας προς τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Όσο η τιμή του άνθρακα γίνεται καθαρός δημοσιονομικός μηχανισμός, τόσο η συζήτηση για την κλιματική πολιτική μετατρέπεται σε συζήτηση για φορολογική δικαιοσύνη.
Για την Ελλάδα, τα 191–264 ευρώ ανά κάτοικο δεν είναι απλώς στατιστικό μέγεθος, αλλά πίεση σε λογαριασμούς ενέργειας, μεταφορές και λειτουργικό κόστος σε όλο το παραγωγικό κύκλωμα. Επιχειρήσεις με χαμηλά περιθώρια κέρδους καλούνται να απορροφήσουν ένα κόστος που συχνά δεν μπορούν να μετακυλίσουν χωρίς να χάσουν μερίδιο αγοράς.
Το πραγματικό στοίχημα για την επόμενη δεκαετία δεν είναι αν η Ευρώπη θα αποανθρακοποιηθεί, αλλά με ποιο μοντέλο χρηματοδότησης και ποια κατανομή βαρών. Αν το ETS παραμείνει ο κύριος μοχλός, η πίεση για αναθεώρηση κανόνων και στοχευμένα αντισταθμιστικά μέτρα θα γίνει κεντρικό πολιτικό και επιχειρηματικό θέμα στην ατζέντα των Βρυξελλών.
Διαβάστε επίσης:
Νέα τιμή-στόχος για ΑΔΜΗΕ μετατρέπει τη μετοχή σε στοίχημα ανάπτυξης
Σύγκρουση για τα τιμολόγια ΔΕΣΦΑ και το κόστος φυσικού αερίου
#Ενέργεια #ΕυρωπαϊκήΈνωση #ΚλιματικήΠολιτική #Βιομηχανία #Ελλάδα






