Πετρέλαιο, πληθωρισμός και ομόλογα δέχθηκαν ισχυρούς κραδασμούς, όμως η Wall Street συνεχίζει να αγνοεί τον πόλεμο
Συμπληρώνονται 100 ημέρες από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν και οι διεθνείς αγορές βρίσκονται μπροστά σε ένα παράδοξο φαινόμενο: ενώ η παγκόσμια οικονομία δέχεται ολοένα και μεγαλύτερες πιέσεις από το ενεργειακό σοκ, τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και την αναζωπύρωση του πληθωρισμού, τα χρηματιστήρια – και κυρίως η Wall Street – εξακολουθούν να κινούνται κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει μετατραπεί σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν σήμερα το παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, με τις επιπτώσεις να γίνονται πλέον ορατές όχι μόνο στις τιμές της ενέργειας αλλά και στα κρατικά ομόλογα, τον πληθωρισμό και τις προσδοκίες ανάπτυξης.
Η Wall Street συνεχίζει το ράλι παρά τον πόλεμο
Τις πρώτες ημέρες των αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν οι διεθνείς αγορές κατέγραψαν έντονες απώλειες.
Ωστόσο, μέσα σε λίγες εβδομάδες η εικόνα αντιστράφηκε.
Ο δείκτης S&P 500 όχι μόνο ανέκτησε τις απώλειες αλλά κατέγραψε και νέα ιστορικά υψηλά, καθώς οι επενδυτές επέλεξαν να εστιάσουν περισσότερο στην έκρηξη των επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη και λιγότερο στους γεωπολιτικούς κινδύνους.
Οι αμερικανικές και ασιατικές τεχνολογικές μετοχές αποτέλεσαν τους βασικούς ωφελημένους αυτής της τάσης, με εταιρείες ημιαγωγών, cloud computing και data centers να συνεχίζουν να απορροφούν τεράστια κεφάλαια.
Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές αγορές εμφανίζονται πιο ευάλωτες, καθώς η Ευρώπη εξαρτάται περισσότερο από τις εισαγωγές ενέργειας και επηρεάζεται άμεσα από τις αυξήσεις του κόστους παραγωγής.
Το πετρέλαιο παραμένει το μεγάλο πρόβλημα
Παρά τη διόρθωση που ακολούθησε τα υψηλά του πολέμου, οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν πολύ υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Το Brent εξακολουθεί να διαπραγματεύεται περίπου 36% υψηλότερα, ενώ το αμερικανικό WTI καταγράφει άνοδο σχεδόν 50% σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Η ουσιαστική παύση λειτουργίας των μεταφορών μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει προκαλέσει σοβαρές πιέσεις στην παγκόσμια προσφορά ενέργειας, αναγκάζοντας πολλές χώρες να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές αργού πετρελαίου, λειτουργώντας ως προσωρινός σταθεροποιητικός παράγοντας για την αγορά. Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι αν συνεχιστεί η απομείωση των παγκόσμιων αποθεμάτων μέσα στον Ιούνιο, οι τιμές ενδέχεται να επιστρέψουν πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι.
Ο πληθωρισμός επιστρέφει
Οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης αρχίζουν πλέον να αποτυπώνονται και στα επίσημα οικονομικά στοιχεία.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο πληθωρισμός ανήλθε στο 3,8% τον Απρίλιο, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών. Παρόμοιες πιέσεις καταγράφονται σε πολλές μεγάλες οικονομίες, καθώς η αύξηση των τιμών της ενέργειας μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής και κατανάλωσης.
Οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με ένα δύσκολο δίλημμα: να στηρίξουν την ανάπτυξη ή να πολεμήσουν τον πληθωρισμό.
Τα ομόλογα εκπέμπουν προειδοποιητικό σήμα
Εκεί όπου η ανησυχία είναι περισσότερο εμφανής είναι στην αγορά κρατικών ομολόγων.
Οι αποδόσεις των αμερικανικών, βρετανικών και ευρωπαϊκών τίτλων έχουν κινηθεί έντονα ανοδικά, καθώς οι επενδυτές απαιτούν μεγαλύτερη αποζημίωση για τον αυξημένο πληθωριστικό και γεωπολιτικό κίνδυνο.
Η απόδοση του αμερικανικού 30ετούς ομολόγου έφθασε στα υψηλότερα επίπεδα από την περίοδο πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, εξέλιξη που αυξάνει το κόστος δανεισμού για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Η αγορά πιστεύει ακόμη σε ειρήνη
Παρά την ένταση, οι αγορές εξακολουθούν να λειτουργούν με τη βασική παραδοχή ότι ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη επιθυμούν έναν παρατεταμένο πόλεμο.
Αυτή η πεποίθηση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι μετοχές διατηρούν την ανοδική τους πορεία, παρά τα αρνητικά οικονομικά δεδομένα.
Όμως όσο παρατείνεται η κρίση, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η οικονομική ζημιά να γίνει πιο εμφανής και να αρχίσει να επηρεάζει τα εταιρικά κέρδη, την κατανάλωση και τελικά τις αποτιμήσεις των αγορών.
SBC Global Markets View
Οι πρώτες 100 ημέρες του πολέμου απέδειξαν ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές μπορούν να αγνοούν για κάποιο διάστημα τους γεωπολιτικούς κινδύνους.
Δεν μπορούν όμως να αγνοούν επ’ αόριστον τον πληθωρισμό, τις ελλείψεις ενέργειας και το αυξανόμενο κόστος χρήματος.
Η σημερινή αισιοδοξία στηρίζεται κυρίως στην επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης και στην προσδοκία μιας μελλοντικής ειρηνευτικής συμφωνίας.
Αν μία από αυτές τις δύο παραδοχές αποδειχθεί λανθασμένη, οι αγορές ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με μια πολύ πιο βίαιη προσαρμογή.
SBC RED LINE
Οι αγορές έχουν καταφέρει να επιβιώσουν από 100 ημέρες πολέμου. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορούν να επιβιώσουν από άλλες 100 ημέρες υψηλού πληθωρισμού, ακριβής ενέργειας και ακριβού χρήματος.







