Η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 αντιμέτωπη με μία από τις πιο αντιφατικές περιόδους των τελευταίων δεκαετιών. Από τη μία πλευρά, η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης τροφοδοτεί ένα νέο κύμα επενδύσεων και αισιοδοξίας στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Από την άλλη, ο πόλεμος Ιράν–ΗΠΑ και η απειλή παρατεταμένου αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ δημιουργούν τον κίνδυνο ενός νέου παγκόσμιου ενεργειακού σοκ.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της τελευταίας έκθεσης «World Outlook» της Deutsche Bank, η οποία σκιαγραφεί ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογική ευφορία συγκρούεται με τις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Ο επικεφαλής μακροοικονομικής έρευνας της τράπεζας, Jim Reid, περιγράφει τη σημερινή συγκυρία ως μια σπάνια ιστορική σύνθεση δύο διαφορετικών εποχών: της τεχνολογικής μανίας του 1999 και της πετρελαϊκής κρίσης του 1990.
Ανάπτυξη με υψηλότερο πληθωρισμό
Η Deutsche Bank προβλέπει ότι η παγκόσμια οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 3% το 2026, ωστόσο η εικόνα περιπλέκεται από την απότομη αναθεώρηση του πληθωρισμού προς τα πάνω.
Ο παγκόσμιος γενικός πληθωρισμός εκτιμάται πλέον στο 3,8%, εξέλιξη που ενισχύει μεν το ονομαστικό ΑΕΠ αλλά παράλληλα αναγκάζει τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν σφιχτή νομισματική πολιτική για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Σύμφωνα με την ανάλυση της γερμανικής τράπεζας, η επιστροφή σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων φαίνεται πλέον εξαιρετικά δύσκολη.
Το Ορμούζ καθορίζει το παγκόσμιο σενάριο
Κεντρικό σημείο της έκθεσης αποτελεί η υπόθεση ότι μέχρι τα τέλη Ιουνίου θα υπάρξει διπλωματική συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Σε αυτό το βασικό σενάριο, τα Στενά του Ορμούζ θα επανέλθουν σε κανονική λειτουργία και η τιμή του Brent θα σταθεροποιηθεί κοντά στα 86 δολάρια ανά βαρέλι.
Ωστόσο, η Deutsche Bank προειδοποιεί ότι η μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια οικονομία παραμένει ένα παρατεταμένο κλείσιμο του Ορμούζ κατά το τρίτο τρίμηνο του έτους.
Σε αυτή την περίπτωση, οι τιμές πετρελαίου θα μπορούσαν να εκτοξευθούν στα 150 δολάρια ανά βαρέλι, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στην παγκόσμια ανάπτυξη και ωθώντας την Ευρώπη σε ύφεση.
Η Αμερική αντέχει περισσότερο
Η Deutsche Bank θεωρεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η πιο ανθεκτική μεγάλη οικονομία στον κόσμο.
Η έκρηξη επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, τα μεγάλα δημοσιονομικά προγράμματα και η ισχυρή εσωτερική ζήτηση λειτουργούν ως ασπίδα απέναντι στις εξωτερικές αναταράξεις.
Ωστόσο, ο επίμονος πληθωρισμός αναγκάζει τη Federal Reserve να διατηρήσει επιθετική στάση.
Η τράπεζα εκτιμά ότι η Fed δεν πρόκειται να προχωρήσει σε μειώσεις επιτοκίων στο άμεσο μέλλον, ενώ οι κίνδυνοι νέας αυστηροποίησης της πολιτικής παραμένουν υπαρκτοί.
Η Ευρώπη στο χείλος της ύφεσης
Αντίθετα, η Ευρωζώνη εμφανίζεται ως ο μεγάλος αδύναμος κρίκος της παγκόσμιας οικονομίας.
Η Deutsche Bank μείωσε την πρόβλεψη ανάπτυξης για το 2026 στο μόλις 0,5%, εκτιμώντας ότι το ενεργειακό σοκ και το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης πιέζουν έντονα επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Παράλληλα, η τράπεζα αναμένει ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια κατά 50 μονάδες βάσης μέσα στο καλοκαίρι, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Η προοπτική αυτή ενισχύει τους φόβους ότι η Ευρώπη μπορεί να εισέλθει σε τεχνική ύφεση πριν από το τέλος του έτους.
Οι αγορές παραμένουν αισιόδοξες
Παρά τους κινδύνους, η Deutsche Bank εξακολουθεί να διατηρεί θετική στάση για τις μετοχικές αγορές.
Η τράπεζα διατηρεί τον στόχο των 8.000 μονάδων για τον S&P 500 έως το τέλος του 2026, στηριζόμενη στην ανθεκτικότητα των εταιρικών κερδών και στην επενδυτική έκρηξη που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Στην αγορά ομολόγων, οι αναλυτές αναμένουν άνοδο των αποδόσεων των αμερικανικών 10ετών τίτλων προς το 4,70%, καθώς οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου για να χρηματοδοτήσουν τα αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα.
SBC Markets Comment
Η Deutsche Bank περιγράφει με ακρίβεια το βασικό δίλημμα των αγορών σήμερα. Οι επενδυτές συνεχίζουν να ποντάρουν στην τεχνητή νοημοσύνη και στη δυναμική των εταιρικών κερδών, την ώρα που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή απειλεί να προκαλέσει το μεγαλύτερο ενεργειακό σοκ από τη δεκαετία του 1970. Εάν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν ανοιχτά, το παγκόσμιο bull market μπορεί να συνεχιστεί. Αν όμως η κρίση κλιμακωθεί, οι αγορές θα βρεθούν αντιμέτωπες με ένα περιβάλλον στασιμοπληθωρισμού που θυμίζει τις πιο δύσκολες περιόδους της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας.







