Η τελευταία έκθεση του δείκτη HEPI δείχνει ότι η Αθήνα βρέθηκε τον Μάιο κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ στις λιανικές τιμές ρεύματος. Η εξέλιξη έχει σημασία για τα ελληνικά νοικοκυριά, καθώς αποτυπώνει μια πιο ήπια εικόνα κόστους σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η συζήτηση για το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα συχνά εστιάζει στην αίσθηση ακρίβειας που βιώνουν τα νοικοκυριά. Ωστόσο, τα στοιχεία του δείκτη HEPI για τον Μάιο καταγράφουν μια πιο σύνθετη εικόνα: η Αθήνα βρέθηκε κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις λιανικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για οικιακούς καταναλωτές.
Η τελική τιμή για τα νοικοκυριά στην ελληνική πρωτεύουσα διαμορφώθηκε στα 24,47 λεπτά ανά κιλοβατώρα, όταν ο μέσος όρος των κρατών-μελών της ΕΕ ήταν 25,35 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Η διαφορά είναι μικρή, αλλά αρκεί για να τοποθετήσει την Ελλάδα ελαφρώς χαμηλότερα από την ευρωπαϊκή «γραμμή», σε μια περίοδο που οι διεθνείς αγορές εξακολουθούν να επηρεάζονται από γεωπολιτικές εντάσεις και διακυμάνσεις στις τιμές φυσικού αερίου.
Σχετική σταθερότητα στις ευρωπαϊκές τιμές ρεύματος
Η έκθεση του HEPI καταγράφει ότι η ευρωπαϊκή αγορά λιανικής ηλεκτρικής ενέργειας εισέρχεται σε φάση σχετικής σταθερότητας. Για δεύτερο συνεχόμενο μήνα, οι μεταβολές στις περισσότερες αγορές ήταν περιορισμένες, με 14 από τις 33 πρωτεύουσες που εξετάζονται να εμφανίζουν αμετάβλητες τιμές.
Την ίδια στιγμή, 10 αγορές κατέγραψαν αυξήσεις και 9 μειώσεις, επιβεβαιώνοντας ότι η αποκλιμάκωση της ακραίας μεταβλητότητας δεν σημαίνει επιστροφή σε χαμηλό κόστος. Σε ετήσια βάση, οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εμφανίζονται αυξημένοι κατά περίπου 4% σε σχέση με τον Μάιο του 2025, ένδειξη ότι το ενεργειακό βάρος για τα νοικοκυριά παραμένει υψηλότερο από πέρυσι.
Το φυσικό αέριο παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας
Παρά τη συνεχή διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι αναλυτές του HEPI υπογραμμίζουν ότι το φυσικό αέριο εξακολουθεί να καθορίζει την πορεία των λιανικών τιμών. Ως καύσιμο που επηρεάζει την οριακή τιμή στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρισμού, το φυσικό αέριο μεταφέρει άμεσα τις διεθνείς διακυμάνσεις κόστους στους τελικούς λογαριασμούς.
Οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή έχουν επιδράσει στις διεθνείς αγορές LNG, επηρεάζοντας κυρίως τις χώρες όπου το φυσικό αέριο έχει σημαντική συμμετοχή στο ηλεκτροπαραγωγικό μίγμα. Αυτό εξηγεί γιατί ορισμένες πρωτεύουσες είδαν αυξήσεις, παρά τη γενικότερη εικόνα σταθεροποίησης.
Πού αυξήθηκαν και πού μειώθηκαν οι τιμές
Τη μεγαλύτερη άνοδο μεταξύ όλων των ευρωπαϊκών πρωτευουσών κατέγραψε η Στοκχόλμη, με αύξηση 9% μέσα σε έναν μήνα. Η εξέλιξη συνδέεται με μειωμένη υδροηλεκτρική παραγωγή λόγω ξηρού χειμώνα, χαμηλότερη αιολική παραγωγή και ταυτόχρονες εργασίες συντήρησης σε πυρηνικούς σταθμούς, που περιόρισαν τη διαθέσιμη ισχύ.
Αυξήσεις της τάξης του 3% σημειώθηκαν επίσης σε Μαδρίτη, Πράγα, Ρίγα και Λευκωσία, ενώ μικρότερες ανατιμήσεις καταγράφηκαν σε Κοπεγχάγη, Λισαβόνα, Λιουμπλιάνα και Ταλίν. Οι αγορές αυτές φαίνεται να είναι πιο εκτεθειμένες στις διακυμάνσεις του φυσικού αερίου και στις βραχυπρόθεσμες μεταβολές της παραγωγής.
Στον αντίποδα, οι μεγαλύτερες μειώσεις σημειώθηκαν σε αγορές που ευνοήθηκαν από αυξημένη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές. Οι Βρυξέλλες κατέγραψαν πτώση 5%, ενώ κατά 3% μειώθηκαν οι τιμές σε Άμστερνταμ, Όσλο και Ρώμη. Αντίστοιχη υποχώρηση παρατηρήθηκε και στη Βιέννη, δείχνοντας τον ρόλο που μπορεί να παίξει η ενισχυμένη παραγωγή ΑΠΕ στη συγκράτηση των λογαριασμών.
Ο ρόλος των ΑΠΕ και της εποχικότητας
Στο Βέλγιο και την Ολλανδία, η αυξημένη παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά, σε συνδυασμό με χαμηλότερη εποχική ζήτηση, αντιστάθμισε την επίδραση των υψηλότερων τιμών φυσικού αερίου. Το παράδειγμα αυτό αναδεικνύει πώς ένα διαφοροποιημένο μίγμα με ισχυρή παρουσία ΑΠΕ μπορεί να λειτουργήσει ως «μαξιλάρι» απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις.
Στη Νορβηγία, η άνοδος της θερμοκρασίας και η αυξημένη διαθεσιμότητα εισαγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας οδήγησαν σε αποκλιμάκωση των τιμών. Η εποχικότητα και οι ροές διασυνοριακού εμπορίου ηλεκτρισμού αποδεικνύονται κρίσιμοι παράγοντες για τη διαμόρφωση του τελικού κόστους στους καταναλωτές.
Πού τοποθετείται η Αθήνα στον ευρωπαϊκό χάρτη
Στη συνολική κατάταξη, οι ακριβότερες πρωτεύουσες ήταν η Βέρνη, το Δουβλίνο, το Βερολίνο, η Πράγα και οι Βρυξέλλες. Στον αντίποδα, οι χαμηλότερες τιμές καταγράφηκαν στο Κίεβο, τη Βουδαπέστη, την Ποντγκόριτσα και το Βελιγράδι.
Η Αθήνα βρέθηκε στο μέσο της ευρωπαϊκής κατάταξης, διατηρώντας όμως προβάδισμα έναντι του μέσου όρου της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι, παρά την πίεση που αισθάνονται τα ελληνικά νοικοκυριά, η χώρα δεν ανήκει ούτε στην ομάδα των ακριβότερων αγορών ούτε σε εκείνες με τις χαμηλότερες τιμές, αλλά κινείται σε ενδιάμεση ζώνη με ελαφρώς καλύτερη επίδοση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Τι δείχνει η εικόνα για τους επόμενους μήνες
Η συνολική εικόνα του Μαΐου δείχνει ότι η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού κινείται σε πιο ήπια επίπεδα από τον μέσο όρο της ΕΕ, σε μια περίοδο που το διεθνές περιβάλλον παραμένει απαιτητικό. Η πορεία των τιμών φυσικού αερίου και η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές αναμένεται να συνεχίσουν να καθορίζουν τις εξελίξεις στους λογαριασμούς των καταναλωτών.
Για επενδυτές και επιχειρήσεις του κλάδου, τα στοιχεία του HEPI υποδηλώνουν ότι η ενίσχυση των ΑΠΕ και η καλύτερη διαχείριση της ζήτησης μπορούν να λειτουργήσουν ως βασικά εργαλεία σταθεροποίησης του κόστους. Για τα νοικοκυριά, η εικόνα σταθεροποίησης δεν αναιρεί το γεγονός ότι το επίπεδο τιμών παραμένει υψηλότερο από πέρυσι, αλλά δείχνει ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται στην «ακριβή» πλευρά του ευρωπαϊκού φάσματος.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, το βασικό μήνυμα είναι ότι, παρά τη γενικευμένη αίσθηση ακρίβειας, οι λογαριασμοί ρεύματος διαμορφώνονται πλέον σε επίπεδα ελαφρώς χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό δεν σημαίνει ουσιαστική ανακούφιση στην τσέπη, αλλά δείχνει ότι η Ελλάδα δεν είναι από τις πιο ακριβές αγορές και ότι η περαιτέρω ενίσχυση των ΑΠΕ και η σταθεροποίηση του φυσικού αερίου μπορούν να συγκρατήσουν μελλοντικές αυξήσεις. Για την ελληνική αγορά ενέργειας, η θέση αυτή ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της χώρας και δημιουργεί ένα πιο προβλέψιμο περιβάλλον για επενδύσεις σε παραγωγή και δίκτυα, στοιχείο κρίσιμο για τη μεσοπρόθεσμη εξέλιξη των τιμολογίων.






