Η αύξηση των επιτοκίων διευρύνει το χάσμα μεταξύ δανείων και καταθέσεων, ενισχύοντας την κερδοφορία των τραπεζών σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας και αυξημένου πληθωρισμού.
Η πρώτη αύξηση επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μετά το 2023 δημιουργεί ένα νέο κύμα κερδών για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, επιβεβαιώνοντας ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες παραμένουν από τους βασικούς ωφελημένους της νέας περιόδου ακριβότερου χρήματος στην Ευρωζώνη.
Η απόφαση της ΕΚΤ να αυξήσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,25% αποτελεί απάντηση στις πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί η ενεργειακή κρίση και η πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Για τις ελληνικές τράπεζες, όμως, μεταφράζεται σε ένα σημαντικό οικονομικό όφελος που εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει τα 147 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ενίσχυση της κερδοφορίας δεν προκύπτει μόνο από την αύξηση του κόστους δανεισμού. Προκύπτει κυρίως επειδή οι τράπεζες δεν μεταφέρουν την αύξηση των επιτοκίων με τον ίδιο ρυθμό στους καταθέτες.
Οι καταθέτες παραμένουν οι χαμένοι
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωζώνης όσον αφορά τις αποδόσεις των προθεσμιακών καταθέσεων.
Τον Απρίλιο του 2026 το μέσο επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων για τα νοικοκυριά διαμορφώθηκε μόλις στο 1,13%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης βρισκόταν στο 1,87%.
Σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Φινλανδία και η Ιταλία οι αποδόσεις κινούνται σημαντικά υψηλότερα, ξεπερνώντας ακόμη και το 2%.
Αντίθετα, στην Ελλάδα οι τράπεζες συνεχίζουν να χρηματοδοτούνται με ιδιαίτερα χαμηλό κόστος, διατηρώντας τεράστια αποθέματα άτοκης ή χαμηλότοκης ρευστότητας.
Η πρακτική αυτή επιτρέπει στα πιστωτικά ιδρύματα να ενισχύουν τα καθαρά έσοδα από τόκους κάθε φορά που αυξάνονται τα επιτόκια αναφοράς της ΕΚΤ.
Το spread ανοίγει ξανά
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι το περιθώριο μεταξύ επιτοκίων δανείων και καταθέσεων αυξήθηκε στο 4,45% τον Απρίλιο από 4,08% τον Μάρτιο.
Το μέσο επιτόκιο χορηγήσεων ανήλθε στο 4,76%, ενώ τα επιτόκια καταθέσεων κινήθηκαν οριακά υψηλότερα.
Αυτό σημαίνει ότι η διαφορά ανάμεσα σε όσα εισπράττουν οι τράπεζες από τους δανειολήπτες και σε όσα πληρώνουν στους αποταμιευτές συνεχίζει να διευρύνεται.
Σε τραπεζικούς όρους, πρόκειται για ενίσχυση του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου, δηλαδή του βασικού μηχανισμού παραγωγής κερδών.
Πόσα κερδίζει κάθε τράπεζα
Οι ίδιες οι διοικήσεις των τραπεζών έχουν ενημερώσει τους αναλυτές ότι κάθε αύξηση του Euribor κατά 25 μονάδες βάσης δημιουργεί πρόσθετα έσοδα από τόκους:
Η Εθνική Τράπεζα εκτιμά ετήσιο όφελος περίπου 40 εκατ. ευρώ.
Η Τράπεζα Πειραιώς επίσης περίπου 40 εκατ. ευρώ.
Η Eurobank περίπου 35 εκατ. ευρώ.
Η Alpha Bank περίπου 20 εκατ. ευρώ.
Μαζί με τις μικρότερες τράπεζες της αγοράς, το συνολικό όφελος υπολογίζεται κοντά στα 147 εκατ. ευρώ.
Εφόσον υπάρξει και δεύτερη αύξηση επιτοκίων μέσα στο φθινόπωρο, το ποσό αυτό θα μπορούσε να διπλασιαστεί.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αλλάζει τα δεδομένα
Μέχρι τις αρχές του 2026, η αγορά θεωρούσε σχεδόν βέβαιη μια περίοδο σταδιακής αποκλιμάκωσης των επιτοκίων στην Ευρωζώνη.
Η ενεργειακή κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ανέτρεψε αυτό το σενάριο.
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, η αβεβαιότητα στα Στενά του Ορμούζ και οι νέες πληθωριστικές πιέσεις ανάγκασαν την ΕΚΤ να επιστρέψει σε πιο αυστηρή νομισματική πολιτική.
Για τα νοικοκυριά αυτό σημαίνει ακριβότερα δάνεια και αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης χρέους.
Για τις τράπεζες σημαίνει παράταση της περιόδου υψηλής κερδοφορίας.
SBC Banking Desk – Σχολιο
Η νέα αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ αναδεικνύει για ακόμη μία φορά μια ιδιαιτερότητα της ελληνικής τραπεζικής αγοράς: τα επιτόκια των δανείων προσαρμόζονται πολύ ταχύτερα από εκείνα των καταθέσεων. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός από τα υψηλότερα τραπεζικά περιθώρια στην Ευρωζώνη. Για τους μετόχους των τραπεζών η εξέλιξη είναι θετική. Για τους καταθέτες όμως η πραγματικότητα παραμένει διαφορετική, καθώς εξακολουθούν να λαμβάνουν αποδόσεις που βρίσκονται σημαντικά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την ώρα που ο πληθωρισμός κινείται πάνω από το 5%.







