Η αποχώρηση του Κιρ Στάρμερ έπειτα από λιγότερο από δύο χρόνια στην πρωθυπουργία δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία πολιτική ανατροπή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επιβεβαιώνει ότι η βρετανική δημοκρατία έχει εισέλθει σε μια περίοδο μόνιμης πολιτικής αστάθειας, όπου οι πρωθυπουργοί φθείρονται ταχύτερα από όσο μπορούν να κυβερνήσουν. Από τη Θέρεζα Μέι και τον Μπόρις Τζόνσον μέχρι τη Λιζ Τρας, τον Ρίσι Σούνακ και τώρα τον Στάρμερ, το πρόβλημα δεν είναι πλέον τα πρόσωπα. Είναι το ίδιο το πολιτικό περιβάλλον.
Για δεκαετίες, η Βρετανία θεωρούνταν υπόδειγμα θεσμικής σταθερότητας. Το κοινοβουλευτικό της σύστημα, η πειθαρχία των δύο μεγάλων κομμάτων και η δυνατότητα μιας κυβέρνησης να ολοκληρώνει την κοινοβουλευτική της θητεία αποτελούσαν συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι σε πολλές ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Σήμερα, η εικόνα αυτή έχει αντιστραφεί. Η Ντάουνινγκ Στριτ θυμίζει περισσότερο χώρο διαρκούς εναλλαγής προσώπων παρά κέντρο στρατηγικής διακυβέρνησης.
Η εύκολη εξήγηση είναι να αποδοθούν όλα σε αδύναμους ηγέτες. Πράγματι, αρκετοί από τους τελευταίους πρωθυπουργούς έκαναν σοβαρά πολιτικά λάθη. Όμως η ιστορία δείχνει ότι οι δημοκρατίες αντέχουν ακόμη και κακούς ηγέτες όταν οι θεσμοί παραμένουν ισχυροί. Στη σημερινή Βρετανία συμβαίνει το αντίθετο: ακόμη και ένας πολιτικά μετριοπαθής και θεσμικός πρωθυπουργός, όπως ο Στάρμερ, δεν κατάφερε να διατηρήσει την εσωκομματική συνοχή και την πολιτική αντοχή που απαιτεί η διακυβέρνηση.
Το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται στην αποδιάρθρωση της παραδοσιακής σχέσης μεταξύ πρωθυπουργού, κοινοβουλευτικής ομάδας και εκλογικής βάσης. Οι βουλευτές είναι πλέον πολύ πιο πρόθυμοι να αμφισβητήσουν την ηγεσία τους, γνωρίζοντας ότι η προσωπική πολιτική τους επιβίωση εξαρτάται περισσότερο από τις δημοσκοπήσεις παρά από την κομματική πειθαρχία. Η εσωκομματική αμφισβήτηση δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση αλλά βασικό χαρακτηριστικό της βρετανικής πολιτικής.
Την ίδια στιγμή, το εκλογικό σώμα έχει αλλάξει δραματικά. Η κυριαρχία του παραδοσιακού δικομματισμού έχει διαβρωθεί. Η άνοδος του Reform UK, η ενίσχυση των Πρασίνων, η διαφορετική πολιτική δυναμική στη Σκωτία και την Ουαλία και η ολοένα μεγαλύτερη μετακίνηση ψηφοφόρων δημιουργούν ένα εξαιρετικά κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο. Κάθε κόμμα προσπαθεί να διατηρήσει ετερόκλητες κοινωνικές ομάδες κάτω από την ίδια πολιτική ομπρέλα, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα σε αντιφάσεις και εσωτερικές συγκρούσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, η διακυβέρνηση γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Οι πρωθυπουργοί αναγκάζονται να κυβερνούν με το βλέμμα στραμμένο όχι μόνο στην αντιπολίτευση αλλά κυρίως προς το εσωτερικό του κόμματός τους. Η πολιτική στρατηγική αντικαθίσταται από τη διαχείριση εσωτερικών κρίσεων, ενώ η μακροπρόθεσμη μεταρρυθμιστική ατζέντα υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη καθημερινής πολιτικής επιβίωσης.
Το Brexit επιδείνωσε αυτή τη δυναμική χωρίς όμως να αποτελεί τη μοναδική αιτία. Η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση άφησε πίσω της μια βαθιά ιδεολογική διαίρεση για το τι σημαίνει σήμερα η βρετανική ταυτότητα, ποιος είναι ο ρόλος του κράτους, ποια πρέπει να είναι η σχέση με την Ευρώπη και πώς μπορεί να διατηρηθεί η διεθνής επιρροή της χώρας. Αυτές οι εκκρεμότητες εξακολουθούν να επηρεάζουν κάθε κυβέρνηση.
Η οικονομική πραγματικότητα καθιστά το έργο ακόμη δυσκολότερο. Υψηλό δημόσιο χρέος, περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια, πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, χαμηλή παραγωγικότητα και ασθενείς ρυθμοί ανάπτυξης σημαίνουν ότι καμία κυβέρνηση δεν διαθέτει τα μέσα για να προσφέρει γρήγορες και θεαματικές λύσεις. Όταν οι προσδοκίες της κοινωνίας παραμένουν υψηλές αλλά τα αποτελέσματα καθυστερούν, η πολιτική φθορά επιταχύνεται.
Η ανάδειξη του Άντι Μπέρναμ δημιουργεί ασφαλώς νέα δεδομένα. Ως δήμαρχος του Μάντσεστερ απέκτησε τη φήμη ενός πολιτικού που βρίσκεται κοντά στις τοπικές κοινωνίες και γνωρίζει τα ζητήματα της περιφερειακής ανάπτυξης. Ωστόσο, η διαχείριση μιας μεγάλης μητροπολιτικής περιοχής διαφέρει ουσιαστικά από τη διακυβέρνηση μιας χώρας που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δημοσιονομικές πιέσεις, γεωπολιτικές προκλήσεις και έντονο πολιτικό κατακερματισμό.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο Μπέρναμ διαθέτει πολιτικό ταλέντο. Είναι αν υπάρχει πλέον πολιτικός χώρος για σταθερή διακυβέρνηση στη Βρετανία. Η απάντηση δεν εξαρτάται μόνο από τον ίδιο αλλά από το κατά πόσο το πολιτικό σύστημα μπορεί να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και να μειώσει τις εσωτερικές του αντιφάσεις.
Η βρετανική περίπτωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για την υπόλοιπη Ευρώπη. Οι πιέσεις που αντιμετωπίζει το Λονδίνο εμφανίζονται, με διαφορετικές μορφές, σχεδόν σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες: άνοδος λαϊκιστικών κομμάτων, κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού, κοινωνική πόλωση, επιρροή των κοινωνικών δικτύων και αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Η διαφορά είναι ότι στη Βρετανία όλα αυτά εκδηλώνονται με μεγαλύτερη ταχύτητα.
Η χώρα που επί δεκαετίες αποτελούσε σύμβολο πολιτικής σταθερότητας κινδυνεύει πλέον να γίνει παράδειγμα διαρκούς κυβερνητικής εναλλαγής χωρίς ουσιαστική αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης. Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα: όταν αλλάζουν συνεχώς οι ηγέτες αλλά όχι οι συνθήκες που παράγουν την κρίση, η αστάθεια παύει να είναι προσωρινή. Γίνεται το νέο πολιτικό κανονικό.
SBC Σχολιο
Η συχνή εναλλαγή πρωθυπουργών στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποτελεί πλέον συγκυριακό πολιτικό φαινόμενο αλλά ένδειξη βαθύτερης θεσμικής και κοινωνικής μετάβασης. Η επόμενη κυβέρνηση θα κριθεί λιγότερο από τις προεκλογικές της εξαγγελίες και περισσότερο από την ικανότητά της να αποκαταστήσει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών, κοινοβουλίου και κυβέρνησης. Η σταθερότητα εξελίσσεται πλέον σε στρατηγικό πλεονέκτημα για κάθε δυτική δημοκρατία.







