Η τριήμερη επίσκεψη της προέδρου Σαμία Σουλούχου Χασάν στη Μόσχα σηματοδοτεί αναδιάταξη ισορροπιών για την Τανζανία, σε μια περίοδο έντονης τριβής με τη Δύση. Πίσω από τα πρωτόκολλα, διακυβεύονται πρόσβαση σε κεφάλαια, πρώτες ύλες και γεωπολιτική επιρροή στην Ανατολική Αφρική.
Η επίσκεψη της προέδρου της Τανζανίας Σαμία Σουλούχου Χασάν στη Ρωσία, η πρώτη από Τανζανό ηγέτη μετά το 1969, αποτυπώνει μια στροφή της Νταρ ες Σαλάαμ σε ένα πιο πολυκεντρικό διπλωματικό παιχνίδι. Με τις σχέσεις με ΗΠΑ και ΕΕ επιβαρυμένες λόγω καταγγελιών για εκλογική βία και περιορισμό των ελευθεριών, η Μόσχα εμφανίζεται ως εναλλακτικός εταίρος που δεν θέτει θεσμικές προϋποθέσεις. Η παρουσία πολυμελούς επιχειρηματικής αποστολής και ο στόχος για νέες συμφωνίες σε εμπόριο, τουρισμό και ορυκτά δείχνουν ότι η Τανζανία επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωπολιτική τριβή με τη Δύση σε οικονομική ευκαιρία.
Ρωσική επανακάμψη στην Αφρική και τανζανική μη-στοίχιση
Η Ρωσία επενδύει συστηματικά στην επανασύνδεση με παλαιούς εταίρους της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, αξιοποιώντας την κόπωση πολλών αφρικανικών κυβερνήσεων από τις δυτικές προϋποθέσεις περί δημοκρατίας και δικαιωμάτων. Στην περίπτωση της Τανζανίας, το διμερές εμπόριο υπολογίζεται περίπου στα 307 εκατ. δολάρια ετησίως, με φιλοδοξία σημαντικής αύξησης μέσω του νέου Ρωσο-Τανζανικού Επιχειρηματικού Συμβουλίου και της σχεδιαζόμενης αεροπορικής σύνδεσης Νταρ ες Σαλάαμ–Μόσχας έως το 2026. Η Ρωσία προσφέρει πρόσβαση σε κεφάλαιο, τεχνογνωσία σε εξορύξεις και στρατιωτική συνεργασία, χωρίς δημόσια κριτική για εσωτερικές πρακτικές, κάτι που την καθιστά ελκυστική για κυβερνήσεις υπό δυτική πίεση.
Για την Τανζανία, η κίνηση εντάσσεται σε παράδοση «μη ευθυγράμμισης», με στόχο να διατηρηθεί περιθώριο ελιγμών ανάμεσα σε Δύση, Ρωσία και αναδυόμενες δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ινδία. Ωστόσο, η επίσκεψη έρχεται σε συγκυρία κατά την οποία η ΕΕ έχει παγώσει αναπτυξιακή χρηματοδότηση ύψους 156 εκατ. ευρώ, ενώ στις ΗΠΑ συζητείται επαναξιολόγηση της διμερούς σχέσης και στοχευμένες κυρώσεις σε αξιωματούχους για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η αναζήτηση νέων εταίρων λειτουργεί έτσι και ως προσπάθεια μετριασμού του κόστους από τη δυτική αποστασιοποίηση.
Οικονομικές επιπτώσεις για Ανατολική Αφρική και επενδυτικό ρίσκο
Η εμβάθυνση των σχέσεων Τανζανίας–Ρωσίας ενισχύει τον ανταγωνισμό επιρροής στην Ανατολική Αφρική, περιοχή κρίσιμη για πρώτες ύλες, ενεργειακές υποδομές και θαλάσσιες οδούς στον Ινδικό Ωκεανό. Για τους επενδυτές, η προσέγγιση με τη Μόσχα μπορεί να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες σε εξορύξεις και μεταφορές, αλλά αυξάνει και το πολιτικό ρίσκο, ιδίως αν ενταθούν οι δυτικές κυρώσεις ή περιοριστούν αναπτυξιακά κονδύλια. Η εικόνα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού εξαρτάται πλέον περισσότερο από την ικανότητα της κυβέρνησης να αποκαταστήσει θεσμική αξιοπιστία και να διαχειριστεί την ισορροπία ανάμεσα σε ανταγωνιστικά γεωπολιτικά κέντρα.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η κίνηση της Τανζανίας υπογραμμίζει ότι η Ανατολική Αφρική εξελίσσεται σε πεδίο έντονου ανταγωνισμού, όπου η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει έδαφος. Ελληνικές ναυτιλιακές, ενεργειακές και κατασκευαστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται ή εξετάζουν παρουσία στην περιοχή θα πρέπει να συνυπολογίσουν την αυξημένη γεωπολιτική πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο διαφοροποίησης των ροών ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. Παράλληλα, η ενίσχυση ρωσικής παρουσίας σε λιμένες και υποδομές της Ανατολικής Αφρικής αφορά άμεσα τη ναυτιλία και τις εφοδιαστικές αλυσίδες, άρα και τον στρατηγικό σχεδιασμό ελληνικών ομίλων με διεθνές αποτύπωμα.






