Το νομοσχέδιο για το νερό παρουσιάζεται από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ως δομική μεταρρύθμιση στη διαχείριση του πιο κρίσιμου φυσικού πόρου της χώρας. Η κυβέρνηση ποντάρει σε συνένωση δυνάμεων, οικονομίες κλίμακας και ευρωπαϊκή τεχνογνωσία, με άμεσες συνέπειες για δήμους, ΔΕΥΑ, καταναλωτές και επενδύσεις υποδομών.
Το νομοσχέδιο για το νερό παρουσιάζεται από τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου ως μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις που καλείται να υλοποιήσει η χώρα, με αιχμή την ορθολογική διαχείριση και την προστασία της κοινωνικής συνοχής. Στόχος είναι να αντικατασταθεί ένα κατακερματισμένο σύστημα 735 φορέων διαχείρισης, που όπως τονίστηκε δεν διαθέτει ενιαίο σχεδιασμό, επαρκή συντονισμό και πρόσβαση σε επαρκείς χρηματοδοτήσεις.
Πώς αλλάζει το νομοσχέδιο για το νερό το σημερινό μοντέλο;
Η κυβερνητική πρόταση στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες: ενίσχυση των δήμων με έργα ύδρευσης και αποχέτευσης, διαμόρφωση Εθνικής Στρατηγικής για το νερό, δομική αναδιάρθρωση της διαχείρισης και αξιοποίηση της ευρωπαϊκής τεχνογνωσίας. Έχουν ήδη διατεθεί πάνω από 685 εκατ. € για περισσότερα από 200 έργα σε 119 δήμους, στοιχείο που δείχνει ότι το νέο μοντέλο «κουμπώνει» πάνω σε ένα σημαντικό επενδυτικό κύμα στις υποδομές ύδατος.
Η κεντρική λογική είναι η συνένωση δυνάμεων, καθώς μικρές δημοτικές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να διαχειριστούν λειψυδρία, κλιματική αλλαγή και έργα μεγάλης κλίμακας με πεπαλαιωμένα δίκτυα και περιορισμένο προσωπικό. Μεγαλύτεροι οργανισμοί με τεχνική επάρκεια, εργαστήρια, μελετητική δυνατότητα και πρόσβαση σε χρηματοδότηση καλούνται να αναλάβουν τη διαχείριση, δημιουργώντας οικονομίες κλίμακας προς όφελος –όπως υποστηρίζει το υπουργείο– του τελικού χρήστη.
Ποιες εγγυήσεις δίνονται για δημόσιο χαρακτήρα και τοπικότητα;
Κεντρικό σημείο της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι ο φόβος ιδιωτικοποίησης, τον οποίο ο υπουργός απορρίπτει, υποστηρίζοντας ότι «η πραγματικότητα είναι ακριβώς η αντίθετη». Το σχήμα στηρίζεται στην ενίσχυση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, όπου το Δημόσιο διατηρεί την πλειοψηφία, ενώ η ιδιοκτησία των δικτύων μπορεί να παραμείνει στους δήμους, με αυστηρές εγγυήσεις στην αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων.
Το μοντέλο επιχειρεί να συνδυάσει την τοπική γνώση των δήμων με την τεχνογνωσία και την κλίμακα των μεγάλων εταιρειών κοινής ωφέλειας, μέσω θεσμικά κατοχυρωμένων και διαφανών διαδικασιών διαχείρισης. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι έχει προηγηθεί εκτεταμένος διάλογος με δημάρχους, βουλευτές και φορείς, με τροποποιήσεις στο κείμενο του νομοσχεδίου βάσει σχολίων από την αυτοδιοίκηση και τη δημόσια διαβούλευση.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Η αναδιάρθρωση της διαχείρισης του νερού αφορά άμεσα το επενδυτικό πρόγραμμα υποδομών, τη σταθερότητα των λογαριασμών ύδρευσης και την ανθεκτικότητα της παραγωγής απέναντι σε λειψυδρία και κλιματική πίεση. Η συμφωνία τεχνικής βοήθειας με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και η συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προϊδεάζουν για πιο σύνθετα, αλλά και πιο χρηματοδοτούμενα, έργα σε δίκτυα, αποθήκευση και ποιότητα ύδατος.
Παράλληλα, οι εννέα ενεργειακές διατάξεις για αποθήκευση και αυτοκατανάλωση ενισχύουν την «ενεργειακή δημοκρατία», ανοίγοντας πεδίο για επενδύσεις σε νέες ενεργειακές εφαρμογές σε δήμους, επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Η αναβάθμιση του πολεοδομικού εργαλείου για εγκαταλελειμμένους οικισμούς, με αξιοποίηση υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος υπό αυστηρούς κανόνες, μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός αναζωογόνησης της υπαίθρου, με δευτερογενείς επιδράσεις σε τουρισμό, μικρές επιχειρήσεις και τοπική απασχόληση.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, το νέο πλαίσιο θα κριθεί στην πράξη από δύο δείκτες: τη σταθερότητα στην παροχή και την τελική τιμή του νερού στον λογαριασμό. Για τις επιχειρήσεις, ιδίως στη γεωργία, τη μεταποίηση τροφίμων και τον τουρισμό, η μετάβαση σε πιο κεντρικοποιημένη διαχείριση μπορεί να μειώσει κινδύνους διακοπών και απωλειών, αλλά συνεπάγεται προσαρμογή σε αυστηρότερους κανόνες και πιθανές ανατιμολογήσεις, με άμεσο αποτύπωμα στο κόστος παραγωγής και στην ανταγωνιστικότητα.






