Η σκοτεινή πλευρά του αερίου επανέρχεται στο προσκήνιο την ώρα που η Ελλάδα πολλαπλασιάζει υποδομές, συμβάσεις και σχέδια γύρω από το ορυκτό καύσιμο. Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, το επενδυτικό ρίσκο και το πραγματικό κλιματικό αποτύπωμα θέτουν υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα της στρατηγικής αυτής.
Η σκοτεινή πλευρά του αερίου έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα ευημερίας που καλλιεργούν οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG, οι εξορύξεις στις ελληνικές θάλασσες και τα νέα FSRUs. Σε μια Ευρώπη που βιώνει διαδοχικές ενεργειακές κρίσεις, η μονομερής στροφή στο φυσικό αέριο αποδεικνύεται περισσότερο πηγή κινδύνου παρά ασφάλειας.
Πόσο βιώσιμη είναι η στρατηγική στο φυσικό αέριο και η σκοτεινή πλευρά του αερίου;
Οι πρόσφατες γεωπολιτικές αναταράξεις, από τον πόλεμο στον Κόλπο έως το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ, υπενθυμίζουν πόσο ευάλωτες είναι οι τιμές ενέργειας όταν μια οικονομία εξαρτάται από εισαγόμενο αέριο. Αντίστοιχα, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση σε αποδέσμευση από το ρωσικό αέριο, όμως η ελληνική πλευρά δεν αξιοποίησε πλήρως το μήνυμα για επιτάχυνση της διαφοροποίησης.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η απάντηση πολλών κυβερνήσεων ήταν η απλή αλλαγή προμηθευτή, με μακροχρόνιες δεσμεύσεις σε αμερικανικό LNG που η αγορά δύσκολα μπορεί να απορροφήσει. Στο εσωτερικό, η επιλογή για νέους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο φυσικό αέριο στηρίζεται στο αφήγημα του «καυσίμου-γέφυρα», παρότι οι ίδιοι οι κλιματικοί στόχοι της χώρας περιορίζουν δραστικά τον ρόλο του μετά το 2030.
Πώς επηρεάζονται επενδύσεις, κλιματική πολιτική και αγορά ενέργειας;
Με βάση το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, οι σταθμοί φυσικού αερίου θα καλύπτουν μικρό μέρος της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας ήδη από το 2030, αφήνοντας χαμηλούς συντελεστές χρησιμοποίησης. Αυτό σημαίνει ότι πολλές από τις σημερινές επενδύσεις σε μονάδες αερίου κινδυνεύουν να αποδειχθούν οικονομικά μη βιώσιμες, εκτός αν στηριχθούν σε γενναίες επιδοτήσεις που τελικά θα μετακυλιστούν στους καταναλωτές.
Το επιχείρημα ότι οι νέοι σταθμοί θα στηρίξουν εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας σε γειτονικές χώρες έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι και αυτές ακολουθούν αντίστοιχες κλιματικές πολιτικές και επενδύουν σε αποθήκευση και ανανεώσιμες πηγές. Παράλληλα, το κόστος παραγωγής από φυσικό αέριο έχει καταστεί ακριβότερο από φωτοβολταϊκά και αιολικά, ακόμη και όταν συνυπολογίζεται το πρόσθετο κόστος αποθήκευσης, υπονομεύοντας την ανταγωνιστικότητα των μονάδων αερίου στη χονδρεμπορική αγορά.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Η εμμονή σε νέες υποδομές φυσικού αερίου, από FSRUs μέχρι σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, ενέχει τον κίνδυνο να παγιδεύσει τους καταναλωτές σε υψηλότερους λογαριασμούς, είτε μέσω της τιμής του καυσίμου είτε μέσω επιδοτήσεων σε ζημιογόνες επενδύσεις. Οι έντονες διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές αερίου, σε συνδυασμό με τη γεωπολιτική αστάθεια, μεταφράζονται σε μεγαλύτερη αβεβαιότητα για το κόστος ρεύματος και θέρμανσης στα ελληνικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Σε κλιματικό επίπεδο, οι διαρροές μεθανίου σε όλη την αλυσίδα παραγωγής, μεταφοράς και χρήσης του αερίου διπλασιάζουν περίπου τις ισοδύναμες εκπομπές σε σχέση με ό,τι συνήθως υπολογίζεται μόνο από την καύση. Αυτό καθιστά την περαιτέρω ανάπτυξη υποδομών αερίου ασύμβατη με τον στόχο μιας κλιματικά ουδέτερης οικονομίας, δημιουργώντας τον κίνδυνο μελλοντικών αυστηρότερων ρυθμίσεων που θα πιέσουν ακόμη περισσότερο τις τιμές ενέργειας.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή και τον επενδυτή, το κεντρικό ερώτημα δεν είναι αν το αέριο είναι «καλό» ή «κακό», αλλά αν οι σημερινές επιλογές θα οδηγήσουν σε σταθερές και ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας την επόμενη δεκαετία. Η σύγκλιση γεωπολιτικού ρίσκου, ακριβότερης παραγωγής σε σχέση με τις ανανεώσιμες και αυστηρότερων κλιματικών στόχων δείχνει ότι η υπερβολική εξάρτηση από το αέριο μπορεί να μετατραπεί σε οικονομικό βαρίδι, τόσο για τους λογαριασμούς όσο και για την αξία των επενδύσεων στον κλάδο.
Διαβάστε επίσης:
Χρηματιστήριο Ενέργειας αυξάνει εξαγωγές ρεύματος με ώθηση ΑΠΕ
Ενεργειακός συναγερμός με άνοδο τιμών σε καύσιμα και ρεύμα






