Οι απώλειες απόδοσης φωτοβολταϊκών στην Ιβηρική αναδεικνύονται σε κρίσιμο παράγοντα για την ασφάλεια και το κόστος της πράσινης ηλεκτροπαραγωγής. Νέα μελέτη από την Πορτογαλία καταγράφει ωριαίες μειώσεις απόδοσης έως και 90% σε σταθμούς Ισπανίας και Πορτογαλίας κατά τους καύσωνες 2024-2025.
Οι απώλειες απόδοσης φωτοβολταϊκών στην Ιβηρική, όπως καταγράφονται σε νέα πανεπιστημιακή μελέτη, φωτίζουν μια λιγότερο ορατή αλλά κρίσιμη πλευρά των καυσώνων για την ενεργειακή αγορά. Τα κύματα ακραίας ζέστης 2024-2025 σε Ισπανία και Πορτογαλία μείωσαν σημαντικά την πραγματική παραγωγή, ακριβώς τις ώρες που η ζήτηση για κλιματισμό εκτοξευόταν.
Πώς προκύπτουν οι απώλειες απόδοσης φωτοβολταϊκών σε καύσωνα;
Η έρευνα του πανεπιστημίου της Έβορα εξέτασε τέσσερις επίσημα αναγνωρισμένους καύσωνες σε Ισπανία και Πορτογαλία τη διετία 2024-2025, καταγράφοντας την επίδραση της θερμοκρασίας στην πραγματική λειτουργία των σταθμών. Διαπιστώθηκε ότι για κάθε βαθμό Κελσίου πάνω από τους 25 °C, η απόδοση των πάνελ υποχωρεί περίπου κατά 0,3%-0,5%, με τις θερμοκρασίες στοιχείων να ξεπερνούν ακόμη και τους 70 °C.
Σε αυτά τα επίπεδα θερμικής καταπόνησης, δεν επηρεάζονται μόνο τα φωτοβολταϊκά στοιχεία αλλά και τα καλώδια και οι μετατροπείς, με αποτέλεσμα θερμική μείωση της ονομαστικής ισχύος. Η μεγαλύτερη ωριαία πτώση του δείκτη απόδοσης (PR) έφτασε το 90,4% στον σταθμό «Amibil» στην Ισπανία το 2024, ενώ σε επίπεδο ημέρας η μέγιστη απώλεια 17,6% καταγράφηκε στο εργοστάσιο «Zebro» στην Πορτογαλία το 2025.
Ποιο είναι το μήνυμα για τον σχεδιασμό της αγοράς ενέργειας;
Οι ερευνητές αξιολόγησαν όχι μόνο τις μέγιστες θερμοκρασίες, που άγγιξαν τους 39,4 °C στην Πορτογαλία και τους 38,9 °C στην Ισπανία, αλλά και τις σωρευτικές ώρες άνω των 35 °C, ως δείκτη έντασης των καυσώνων. Οι απώλειες απόδοσης συγκεντρώθηκαν σε περιορισμένο αριθμό ωρών, ακριβώς όταν οι θερμοκρασίες των πάνελ και των μετατροπέων κορυφώνονταν.
Για τους διαχειριστές συστημάτων και τους επενδυτές, αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος δεν είναι τόσο η μέση ετήσια παραγωγή, όσο οι αιχμές χαμηλής απόδοσης σε περιόδους υψηλής ζήτησης. Σε ένα σύστημα με αυξανόμενη διείσδυση φωτοβολταϊκών, τέτοιες ωριαίες «τρύπες» στην παραγωγή μπορούν να αυξήσουν την ανάγκη για εφεδρικές μονάδες, αποθήκευση ή εισαγωγές, επηρεάζοντας το κόστος χονδρικής και τη διαμόρφωση των τιμολογίων.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Για τον τελικό καταναλωτή, τα ευρήματα της ιβηρικής εμπειρίας δείχνουν ότι οι καύσωνες μπορεί να συμπίπτουν με υψηλότερες τιμές ρεύματος, αν η φωτοβολταϊκή παραγωγή υποχωρεί τη στιγμή που η ζήτηση για ψύξη είναι στο μέγιστο. Σε χώρες με παρόμοιο κλίμα, όπως η Ελλάδα, η ανάγκη για ενίσχυση εφεδρειών και υποδομών αποθήκευσης μπορεί να μεταφραστεί σε πρόσθετο κόστος στο σύστημα, άρα και στους λογαριασμούς.
Παράλληλα, η θερμική καταπόνηση των εγκαταστάσεων επιταχύνει τη φθορά υλικών και εξοπλισμού, κάτι που αυξάνει τις δαπάνες συντήρησης και ενδεχομένως επηρεάζει τη μακροχρόνια απόδοση των επενδύσεων σε στέγες και πάρκα. Η προσαρμογή των τεχνικών προδιαγραφών, η καλύτερη ψύξη εξοπλισμού και ο πιο συντηρητικός σχεδιασμός της αναμενόμενης παραγωγής γίνονται κρίσιμα για να περιοριστεί η μετακύλιση κόστους στον πολίτη.
Σχόλιο
: Τα στοιχεία από Ισπανία και Πορτογαλία λειτουργούν ως προειδοποίηση για όλες τις θερμές αγορές που επενδύουν μαζικά στα φωτοβολταϊκά: ο κλιματικός κίνδυνος δεν είναι θεωρητικός, μεταφράζεται σε πραγματικές απώλειες παραγωγής και σε ανάγκη για πρόσθετες εφεδρείες. Για επενδυτές και ρυθμιστικές αρχές, η ενσωμάτωση των επιπτώσεων καύσωνα στα οικονομικά μοντέλα και στον σχεδιασμό του συστήματος είναι πλέον προϋπόθεση για σταθερές τιμές και ασφαλή εφοδιασμό για τον καταναλωτή.
#Ισπανία #Πορτογαλία #φωτοβολταϊκά #καύσωνας #ηλεκτροπαραγωγή






