Το δημοσιονομικό δίλημμα της Ευρώπης αναδεικνύεται ξανά, καθώς Βρυξέλλες και ΔΝΤ ζητούν ταυτόχρονα επενδύσεις και αυστηρή προσαρμογή. Η Ελλάδα, μετά από μια δεκαετία σκληρής λιτότητας, εμφανίζεται πλέον ως «καλός μαθητής» με πλεονάσματα και χώρο για ελαφρύνσεις άνω των 2 δισ. €.
Το δημοσιονομικό δίλημμα της Ευρώπης επιστρέφει με ένταση, καθώς η Κομισιόν ζητά από τα κράτη-μέλη να μειώσουν χρέος και ελλείμματα, αλλά ταυτόχρονα να συνεχίσουν επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα εμφανίζεται να κινείται κόντρα στο γενικό κλίμα πίεσης, διαμορφώνοντας «ωφέλιμο» δημοσιονομικό χώρο περίπου 2 δισ. € για νέες ελαφρύνσεις.
Πώς διαμορφώνεται το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό δίλημμα;
Στη συζήτηση του Eurogroup, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε μια εικόνα ΕΕ με έλλειμμα που εκτιμάται στο 3,3% του ΑΕΠ το 2026 και στο 3,5% το 2027, πάνω από τον στόχο του αναθεωρημένου προγράμματος σταθερότητας. Το δημόσιο χρέος της Ένωσης προβλέπεται στο 90,2% του ΑΕΠ το 2026 και στο 91,2% το 2027, επιβεβαιώνοντας ότι η τροχιά δεν είναι πτωτική.
Παρά τα παραπάνω, η Επιτροπή εισηγείται μετατόπιση από ελαφρά επεκτατική πολιτική φέτος σε δημοσιονομικά ουδέτερη στάση από το 2025, χωρίς όμως να παγώσουν οι δαπάνες. Ζητά να συνεχιστούν οι επενδύσεις στην άμυνα και μια μικρή αύξηση των δημοσίων δαπανών, ειδικά καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται στο τέλος του φετινού καλοκαιριού.
Επενδύσεις, λιτότητα και ο ρόλος του ΔΝΤ
Η Κομισιόν καλεί τα κράτη-μέλη σε αυστηρή εφαρμογή του νέου δημοσιονομικού πλαισίου, με μέτρα για ταχύτερη προσέγγιση των στόχων από το 2024 και μετά. Στην πράξη, ζητά ταυτόχρονα συνέχιση επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων και, παράλληλα, μέτρα λιτότητας για έλλειμμα και χρέος, δημιουργώντας ένα πολιτικά δύσκολο μίγμα πολιτικής.
Στο ίδιο μήκος κύματος και το ΔΝΤ, με την εκτελεστική διευθύντρια Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα να συντάσσεται με την ανάλυση της Επιτροπής. Το Ταμείο προσθέτει την ανάγκη για αποθέματα ασφαλείας και διαρθρωτικές αλλαγές, ώστε οι ευρωπαϊκές οικονομίες να γίνουν πιο ανθεκτικές σε κρίσεις και στον ολοένα εντονότερο διεθνή ανταγωνισμό.
Η ελληνική εξαίρεση μέσα στην ευρωπαϊκή πίεση
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αντιφατικών και συχνά δυσάρεστων προτάσεων, η Ελλάδα φαίνεται να ανησυχεί λιγότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Μετά από μια μακρά περίοδο σκληρής προσαρμογής, κατατάσσεται πλέον στις πέντε χώρες που αναμένεται να εμφανίσουν δημοσιονομικό πλεόνασμα, την ώρα που άλλες κυβερνήσεις αναγκάζονται σε περικοπές για να περάσουν κάτω από το όριο ελλείμματος 3% του ΑΕΠ.
Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμό κοντά στο 2% και καταγράφει πρωτογενή πλεονάσματα-ρεκόρ, με τελευταίο αυτό του 2025 στο 4,9% του ΑΕΠ. Παρά το υψηλό χρέος, το οποίο όμως έχει μειωθεί κατά 56 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ από το 2020, η χώρα εμφανίζει πλήρη συμβατότητα με το νέο δημοσιονομικό σύμφωνο και τον κανόνα των καθαρών πρωτογενών δαπανών.
Από τη λιτότητα στον «ωφέλιμο» δημοσιονομικό χώρο
Η προσαρμογή στον κανόνα των καθαρών πρωτογενών δαπανών έχει επιτρέψει τη δημιουργία «νέων» εσόδων που απομειώνουν τις ετήσιες δαπάνες. Σε συνδυασμό με τη μόνιμη συγκράτηση των δαπανών, αυτό δημιουργεί κάθε χρόνο δημοσιονομικό χώρο για μειώσεις φόρων και εισοδηματικές ενισχύσεις, κλείνοντας σταδιακά το εισοδηματικό κενό που άφησαν πίσω τους τα μνημόνια.
Για το τρέχον έτος, ο σχεδιασμός προβλέπει νέο πακέτο ελαφρύνσεων που μπορεί να ξεπεράσει τα 2 δισ. €, με εφαρμογή το 2027. Η ελληνική στρατηγική επιχειρεί έτσι να μετατρέψει τα πρωτογενή πλεονάσματα από εργαλείο λιτότητας σε εργαλείο αναδιανομής και ενίσχυσης της εσωτερικής ζήτησης, χωρίς να διακυβεύεται η συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
SBC Red Line
Η μεγάλη αντίφαση του ευρωπαϊκού πλαισίου είναι ότι ζητά ταυτόχρονα περισσότερες επενδύσεις και αυστηρότερη δημοσιονομική πειθαρχία, χωρίς να παραδέχεται ανοιχτά το πολιτικό κόστος αυτής της συνταγής. Οι κυβερνήσεις θα κληθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε ανάγκες άμυνας, πράσινης μετάβασης και κοινωνικής συνοχής με περιορισμένο χώρο κινήσεων.
Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, ο σταθερός προσανατολισμός σε πλεονάσματα και η δημιουργία δημοσιονομικού χώρου σημαίνουν πιο προβλέψιμο περιβάλλον φόρων και εισοδημάτων τα επόμενα χρόνια. Ταυτόχρονα όμως, η μόνιμη συγκράτηση δαπανών περιορίζει τα περιθώρια για γενναία δημόσια στήριξη σε περιόδους αναταράξεων.
Το επόμενο στοίχημα για την Ελλάδα είναι αν θα μπορέσει να μετατρέψει την τρέχουσα «καλή συμπεριφορά» σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, με επενδύσεις που αυξάνουν το δυνητικό ΑΕΠ και όχι απλώς σε διαδοχικά πακέτα ελαφρύνσεων. Σε μια Ευρώπη που ξαναμπαίνει σε κύκλο δημοσιονομικών περιορισμών, όποιος χτίσει έγκαιρα αξιοπιστία και ανθεκτικότητα θα έχει και τον μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας πολιτικής.
#δημοσιονομικόδίλημμα #ΕυρωπαϊκήΕπιτροπή #ΔΝΤ #Eurogroup #έλλειμμα #δημόσιοχρέος #πρωτογενέςπλεόνασμα #ελληνικήοικονομία #φοροελαφρύνσεις #δημοσιονομικόσύμφωνο #ΤαμείοΑνάκαμψης #δημόσιεςδαπάνες #ΕΕ #μεταρρυθμίσεις #λιτότητα






