Ο διαβήτης τρόπος ζωής αποδεικνύεται πιο καθοριστικός από την κληρονομικότητα για τον διαβήτη τύπου 2, δείχνει μεγάλη ανάλυση στοιχείων 332.000 ατόμων. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι έως και οι μισές περιπτώσεις θα μπορούσαν να προληφθούν με υγιεινές καθημερινές συνήθειες.
Ο διαβήτης τρόπος ζωής αποδεικνύεται πιο καθοριστικός από τα γονίδια για την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με νέα μεγάλη ανάλυση δεδομένων από 332.251 ενήλικες στη Βρετανία. Οι επιστήμονες υπολογίζουν ότι περίπου το 50% των περιστατικών θα μπορούσε να αποφευχθεί αν οι άνθρωποι υιοθετούσαν και διατηρούσαν υγιεινές συνήθειες.
Πώς μετρήθηκε η σχέση διαβήτης τρόπος ζωής και κληρονομικότητας;
Η μελέτη βασίστηκε σε στοιχεία της βρετανικής βιοτράπεζας, με συμμετέχοντες μέσης ηλικίας 55 ετών που δεν είχαν διαβήτη τύπου 2 στην αρχή. Οι ερευνητές κατέγραψαν γενετικές παραλλαγές που αυξάνουν τον κίνδυνο διαβήτη και παρακολούθησαν τους συμμετέχοντες για κατά μέσο όρο 13,6 χρόνια. Στο διάστημα αυτό, περίπου 4% εμφάνισε διαβήτη τύπου 2, τη μορφή που αφορά 9 στα 10 περιστατικά διαβήτη παγκοσμίως.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες γενετικού κινδύνου (χαμηλό, μέτριο, υψηλό) και παράλληλα αξιολογήθηκε ο τρόπος ζωής τους. Στην αξιολόγηση τρόπου ζωής συμπεριλήφθηκαν το κάπνισμα, ο δείκτης μάζας σώματος (BMI), η σωματική δραστηριότητα και η ποιότητα διατροφής. Έτσι, οι ερευνητές μπόρεσαν να συγκρίνουν άμεσα την επίδραση γονιδίων και συμπεριφοράς.
Τι έδειξαν οι αριθμοί για βάρος, συνήθειες και κίνδυνο;
Τα άτομα με υψηλή γενετική προδιάθεση είχαν 2,58 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν διαβήτη τύπου 2 σε σχέση με όσους είχαν χαμηλό γενετικό κίνδυνο. Όμως ο τρόπος ζωής αποδείχθηκε ακόμη ισχυρότερος παράγοντας. Όσοι είχαν τον υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος παρουσίαζαν 6,83 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα για διαβήτη σε σύγκριση με τα άτομα με το χαμηλότερο σωματικό βάρος.
Ο συνδυασμός γονιδίων και ανθυγιεινών συνηθειών εκτόξευε τον κίνδυνο. Άτομα με χαμηλό γενετικό κίνδυνο αλλά ανθυγιεινό τρόπο ζωής είχαν 7,11 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο από εκείνους με χαμηλό γενετικό κίνδυνο και υγιεινές συνήθειες. Όταν όμως η υψηλή γενετική προδιάθεση συνδυαζόταν με ανθυγιεινό τρόπο ζωής, ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 αυξανόταν κατά 17,33 φορές.
Συνολικά, οι ερευνητές υπολόγισαν ότι περίπου το 55% του κινδύνου για διαβήτη τύπου 2 οφείλεται σε παράγοντες τρόπου ζωής, ενώ το 45% αποδίδεται στη γενετική προδιάθεση. Ο πιο σημαντικός τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου ήταν ο δείκτης μάζας σώματος, δηλαδή το υπερβάλλον βάρος και η παχυσαρκία.
Όπως τονίζουν οι επιστήμονες, «η γενετική παίζει σημαντικό ρόλο, αλλά ο τρόπος ζωής – και ειδικά η διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους – έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία». Επισημαίνουν επίσης ότι άτομα με οποιοδήποτε επίπεδο γενετικού κινδύνου μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου, αν υιοθετήσουν και διατηρήσουν έναν υγιεινό τρόπο ζωής.
Τι σημαίνει αυτό για εσάς
Για έναν Έλληνα ή μια Ελληνίδα με ιστορικό διαβήτη στην οικογένεια, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: τα γονίδια δεν είναι μοίρα. Ακόμη και αν έχετε «βαρύ» οικογενειακό ιστορικό, η απώλεια λίγων κιλών, η καθημερινή κίνηση και η πιο προσεγμένη διατροφή μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο. Το ίδιο ισχύει και αν δεν έχετε κληρονομικότητα: ανθυγιεινός τρόπος ζωής μπορεί να ακυρώσει αυτό το «πλεονέκτημα».
Στην πράξη, αυτό σημαίνει: διατήρηση BMI σε φυσιολογικά επίπεδα, μεσογειακή διατροφή με λιγότερα επεξεργασμένα τρόφιμα και ζάχαρη, περισσότερα λαχανικά, όσπρια και ελαιόλαδο, αποφυγή καπνίσματος και τουλάχιστον 150 λεπτά μέτριας άσκησης την εβδομάδα (γρήγορο περπάτημα, ποδήλατο, κολύμπι). Αν έχετε αυξημένο βάρος ή οικογενειακό ιστορικό, είναι σημαντικό να κάνετε τακτικό έλεγχο σακχάρου και να συζητήσετε με τον γιατρό σας για εξατομικευμένο πλάνο πρόληψης.
Σχόλιο
: Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας και προδιαβήτη αλλά και ισχυρή παράδοση μεσογειακής διατροφής, τα ευρήματα αυτά είναι καμπανάκι για το ΕΣΥ και ευκαιρία μαζί. Αντί να «τρέχουμε» πίσω από τις επιπλοκές του διαβήτη, η πολιτεία οφείλει να επενδύσει σοβαρά σε προγράμματα απώλειας βάρους, άσκησης και διατροφικής εκπαίδευσης στην κοινότητα και στα σχολεία, γιατί εκεί κρίνεται το μέλλον της νόσου.
Πηγή: iatronet.gr






