Οι εκπομπές ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα υποχωρούν σε ιστορικά χαμηλά, την ώρα που αναζωπυρώνεται η δημόσια συζήτηση για τον ρυθμό της απολιγνιτοποίησης. Τα νέα στοιχεία δείχνουν ότι η στροφή σε ΑΠΕ και υδροηλεκτρικά μειώνει το ανθρακικό αποτύπωμα χωρίς να διαταράσσει την ασφάλεια εφοδιασμού.
Οι εκπομπές ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα υποχωρούν σε ιστορικά χαμηλά, την ώρα που η πολιτική αντιπαράθεση για το μέλλον του λιγνίτη επανέρχεται στο προσκήνιο. Τα νέα στοιχεία για την ένταση άνθρακα του ηλεκτρικού συστήματος καταγράφουν ρεκόρ, επιβεβαιώνοντας ότι η απολιγνιτοποίηση έχει ήδη απτό αποτύπωμα στο περιβάλλον και στη δομή του ενεργειακού μίγματος.
Πώς διαμορφώνονται οι εκπομπές ηλεκτροπαραγωγής και η ένταση άνθρακα;
Τον Μάιο του 2026 η ένταση άνθρακα της ηλεκτροπαραγωγής έπεσε στα 200,1 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα, το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ στη χώρα. Σε σχέση με τον Απρίλιο η μείωση έφθασε το 10,6%, ενώ έναντι του Μαΐου 2025 η πτώση ήταν 9,6%, δείχνοντας επιταχυνόμενη τάση.
Στο πρώτο πεντάμηνο του 2026 η μέση ένταση άνθρακα διαμορφώθηκε στα 227 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα, μειωμένη κατά 15,6% σε ετήσια βάση και επίσης σε ιστορικό χαμηλό. Οι συνολικές εκπομπές του τομέα ηλεκτροπαραγωγής ανήλθαν σε 5,93 εκατ. τόνους CO2, καταγράφοντας πτώση 7,9% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Ποιος είναι ο ρόλος λιγνίτη, φυσικού αερίου και αποθήκευσης;
Η μείωση των εκπομπών αποδίδεται στον συνδυασμό ιστορικά χαμηλής λιγνιτικής παραγωγής και υψηλής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και μεγάλα υδροηλεκτρικά, που κατέγραψαν νέα ρεκόρ στο πρώτο πεντάμηνο. Παρά τη συρρίκνωση του ρόλου του, ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου παρέμεινε ο μεγαλύτερος μεμονωμένος ρυπαντής με 1,58 εκατ. τόνους CO2, δηλαδή το 26,6% των εκπομπών ηλεκτροπαραγωγής, μέχρι την οριστική απόσυρσή του στις 15 Μαΐου.
Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να είναι η βασική πηγή εκπομπών με 3,36 εκατ. τόνους CO2 και μερίδιο 56,6% του συνόλου, ενώ οι λιγνιτικές μονάδες αντιστοιχούν πλέον στο 31,6% με 1,87 εκατ. τόνους. Σημαντική είναι και η μείωση κατά 46,1% των εκπομπών από τις πετρελαϊκές μονάδες των μη διασυνδεδεμένων νησιών, εξέλιξη που συνδέεται με την ολοκλήρωση της ηλεκτρικής διασύνδεσης της Κρήτης.
Τι σημαίνει για τον καταναλωτή
Η πτώση στις εκπομπές ηλεκτροπαραγωγής, σε συνδυασμό με την αυξημένη συμμετοχή ΑΠΕ, λειτουργεί ως ανάχωμα στις διακυμάνσεις του κόστους των ορυκτών καυσίμων, περιορίζοντας τις πιέσεις στους λογαριασμούς ρεύματος μεσοπρόθεσμα. Ωστόσο, οι περικοπές 1.303 GWh πράσινης ενέργειας στο πρώτο πεντάμηνο –περίπου το 10% της παραγωγής από ΑΠΕ– δείχνουν ότι η έλλειψη αποθήκευσης στερεί από το σύστημα φθηνή ενέργεια που θα μπορούσε να υποκαταστήσει φυσικό αέριο και λιγνίτη.
Εάν αυτή η ενέργεια είχε αποθηκευτεί και αξιοποιηθεί, η μέση ένταση άνθρακα θα έπεφτε στα 194,7 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα, 14,2% χαμηλότερα από τα σημερινά επίπεδα, με αντίστοιχο όφελος στο κόστος δικαιωμάτων εκπομπών και άρα στις τελικές τιμές. Σε αυτό το πλαίσιο, τα έργα αποθήκευσης αναδεικνύονται σε κρίσιμη επενδυτική προτεραιότητα, καθώς μπορούν να μειώσουν τις περικοπές ΑΠΕ, να ενισχύσουν την ασφάλεια εφοδιασμού και να σταθεροποιήσουν τις χρεώσεις στους λογαριασμούς των καταναλωτών.
Σχόλιο
: Τα νέα ρεκόρ στις εκπομπές ηλεκτροπαραγωγής επιβεβαιώνουν ότι η απολιγνιτοποίηση, σε συνδυασμό με την άνοδο των ΑΠΕ και των υδροηλεκτρικών, ήδη μεταφράζεται σε χαμηλότερο ανθρακικό και οικονομικό κόστος για το σύστημα. Η επόμενη φάση θα κριθεί από την ταχύτητα με την οποία θα υλοποιηθούν επενδύσεις σε αποθήκευση, ώστε η φθηνή πράσινη ενέργεια να αξιοποιείται πλήρως και να αποτυπώνεται πιο καθαρά στους λογαριασμούς ρεύματος νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
#Απολιγνιτοποίηση #Ανανεώσιμεςπηγέςενέργειας #Λιγνίτης #Φυσικόαέριο #Ηλεκτροπαραγωγή






