Το επενδυτικό κενό παραμένει η μόνιμη «σκιά» της ελληνικής οικονομίας, με την απόσταση από τον μέσο όρο της ΕΕ27 να ξεπερνά τις 5 μονάδες ΑΕΠ το 2024. Νέα μελέτη του ΙΟΒΕ χαρτογραφεί ποιες «λοκομοτίβες» τραβούν τις επενδύσεις, πώς αντιδρούν στην αβεβαιότητα και τι σημαίνει αυτό για απασχόληση και ανάπτυξη.
Το επενδυτικό κενό παραμένει ο αδύναμος κρίκος της ελληνικής οικονομίας, παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών και την τόνωση από το Ταμείο Ανάκαμψης. Η νέα ανάλυση του ΙΟΒΕ δείχνει ότι από το 2009 η απόκλιση των επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ από τον μέσο όρο της ΕΕ27 συσσωρεύεται συστηματικά και το 2024 παραμένει πάνω από 5 ποσοστιαίες μονάδες, αποτυπώνοντας μια δομική υστέρηση.
Ποιες λοκομοτίβες επενδύσεων αναδεικνύει το ΙΟΒΕ και πώς διαμορφώνεται το επενδυτικό κενό;
Ο τομέας των Υπηρεσιών κυριαρχεί επενδυτικά, με μέση ετήσια αξία περίπου 3,6 δισ. €, ενώ Βιομηχανία και Λιανικό Εμπόριο ακολουθούν με χαμηλότερα αλλά πιο σταθερά μεγέθη. Σε όρους επενδυτικής έντασης, ο μέσος λόγος φθάνει περίπου το 20% στο σύνολο της οικονομίας, με Κατασκευές και Υπηρεσίες να εμφανίζουν υψηλότερη κεφαλαιακή ένταση και το Λιανικό Εμπόριο να κινείται διαχρονικά χαμηλά.
Η διαχρονική τροχιά των επενδύσεων χωρίζεται σε τρεις φάσεις: ισχυρή άνοδος 1998-2007, όπου το 2007 καταγράφονται 16,1 δισ. € επενδύσεων, βαθιά πτώση 2008-2016 με σωρευτική μείωση σχεδόν 65% και σταδιακή ανάκαμψη από το 2017 που δεν έχει ακόμη επαναφέρει τα προ κρίσης επίπεδα. Η πανδημία το 2020 προκάλεσε πρόσκαιρη επιβράδυνση, όμως η επενδυτική δραστηριότητα επανήλθε, ενισχυμένη από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και την επανεκκίνηση της οικονομίας.
Πώς η αβεβαιότητα χτυπά επενδύσεις και απασχόληση σε βασικούς κλάδους;
Η μελέτη χρησιμοποιεί νέους δείκτες αβεβαιότητας, βασισμένους σε διαφωνίες προβλέψεων και σφάλματα πρόβλεψης επιχειρήσεων, και καταλήγει ότι η αβεβαιότητα είναι καθοριστικός παράγοντας για επενδύσεις, παραγωγή και απασχόληση. Στη Βιομηχανία, μια αύξηση της αβεβαιότητας κατά μία τυπική απόκλιση οδηγεί σε άμεση και παρατεταμένη πτώση επενδύσεων έως 40 εκατ. €, ενώ στη διετία 2009-2011 εκτιμάται ότι συνέβαλε σε σωρευτική μείωση 0,5 δισ. €, περίπου στο ¼ της συνολικής πτώσης του κλάδου.
Στις Υπηρεσίες, το σοκ αβεβαιότητας μεταφράζεται σε απότομη μείωση επενδύσεων που φθάνει τα 200 εκατ. € εντός ενός έτους, με την επίδραση να παραμένει επίμονη, αντανακλώντας την εξάρτηση από τις προσδοκίες ζήτησης. Στο Λιανικό Εμπόριο η αρνητική αντίδραση είναι ηπιότερη, 10-20 εκατ. € στο πρώτο-δεύτερο έτος, ενώ στις Κατασκευές δεν εντοπίζεται συστηματική ή επίμονη αντίδραση, με τα σοκ αβεβαιότητας να εξηγούν κάτω από 0,2% της διακύμανσης των επενδύσεων.
Τι δείχνει η μελέτη για την αγορά εργασίας και την κλαδική ετερογένεια;
Η απασχόληση ακολουθεί στενά την πορεία των επενδύσεων: συνεχής άνοδος από το 1ο τρίμηνο 1998 έως το 2ο τρίμηνο 2008, όταν οι απασχολούμενοι φθάνουν τα 4,53 εκατ., και στη συνέχεια απότομη κάμψη λόγω της δημοσιονομικής κρίσης. Μεταξύ 2008-2013 η απασχόληση μειώνεται σωρευτικά κατά περίπου 25%, δηλαδή πάνω από 1 εκατ. θέσεις εργασίας, πριν ξεκινήσει σταδιακή ανάκαμψη από το 2014, η οποία διακόπτεται πρόσκαιρα το 2020 λόγω της Covid-19.
Μετά το 2ο τρίμηνο 2021 η απασχόληση αυξάνεται εκ νέου, ξεπερνά τη μακροχρόνια μέση τιμή το 2022 και αγγίζει τους 4,2 εκατ. εργαζόμενους το 2ο τρίμηνο 2025. Οι Υπηρεσίες συγκεντρώνουν διαχρονικά πάνω από το 25% της συνολικής απασχόλησης, το Λιανικό Εμπόριο κατά μέσο όρο 712 χιλιάδες εργαζόμενους, ενώ Βιομηχανία και Κατασκευές κινούνται σαφώς χαμηλότερα. Η μελέτη καταγράφει ότι σε περιόδους παρατεταμένης αβεβαιότητας η απασχόληση είναι χαμηλότερη στο σύνολο της οικονομίας, με στατιστικά σημαντική αρνητική συσχέτιση και στο Λιανικό Εμπόριο.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Τα ευρήματα του ΙΟΒΕ υπογραμμίζουν ότι το επενδυτικό κενό δεν είναι απλώς υπόθεση συνολικών μεγεθών, αλλά αποτέλεσμα κλαδικής ετερογένειας και διαφορετικής ευαισθησίας στην αβεβαιότητα. Η Βιομηχανία και οι Υπηρεσίες, που εμφανίζονται ως οι πλέον ευάλωτοι τομείς, βλέπουν έως 13% και περίπου 24% αντίστοιχα της διακύμανσης των επενδύσεών τους να εξηγείται από διαταραχές αβεβαιότητας, γεγονός που επηρεάζει άμεσα την πορεία της απασχόλησης και της παραγωγικότητας.
Για την ελληνική οικονομία, αυτό σημαίνει ότι η σταθερότητα του πλαισίου πολιτικής και η μείωση της αβεβαιότητας γίνονται κρίσιμοι όροι για διατηρήσιμη αύξηση των επενδύσεων και των μισθών, πέρα από τις βραχυπρόθεσμες ενέσεις χρηματοδότησης. Η στόχευση σε κλάδους με υψηλή κεφαλαιακή ένταση αλλά και υψηλή ευαισθησία στην αβεβαιότητα, όπως οι Υπηρεσίες και η Βιομηχανία, μπορεί να μειώσει το επενδυτικό κενό και να ενισχύσει τη σταθερή δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, η αβεβαιότητα που φρενάρει επενδύσεις μεταφράζεται σε πιο αργή βελτίωση μισθών και λιγότερες νέες θέσεις εργασίας σε κλάδους αιχμής. Για τις επιχειρήσεις, ειδικά σε Βιομηχανία και Υπηρεσίες, το μήνυμα είναι ότι η διαχείριση κινδύνου και η προσαρμογή σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση για να διατηρήσουν επενδυτικά σχέδια και ανταγωνιστικότητα, με άμεσες συνέπειες για την εθνική οικονομία και τη μακροχρόνια σύγκλιση με την ΕΕ.
Διαβάστε επίσης:
ΙΟΒΕ «φωτογραφίζει» την αβεβαιότητα ως κρυφό φόρο σε επενδύσεις






