Η Ευρώπη έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι η τεχνολογία δεν αποτελεί πλέον απλώς έναν ακόμη τομέα της οικονομίας. Είναι ο πυρήνας της οικονομικής ανάπτυξης, της βιομηχανικής παραγωγής, της άμυνας, της ενεργειακής ασφάλειας και τελικά της ίδιας της πολιτικής κυριαρχίας. Για πολλά χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετώπισε την ψηφιακή οικονομία κυρίως ως ένα πεδίο ρύθμισης. Σήμερα, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολύ πιο δύσκολη πραγματικότητα: δεν αρκεί να ρυθμίζεις τις αγορές όταν οι πρωταγωνιστές τους βρίσκονται εκτός Ευρώπης.
Η παρουσίαση του νέου Tech Sovereignty Package από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτελεί μια σημαντική παραδοχή αυτής της πραγματικότητας. Οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, στους ημιαγωγούς, στις υποδομές cloud και στο λογισμικό ανοικτού κώδικα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, η ουσία του προβλήματος βρίσκεται βαθύτερα. Η ευρωπαϊκή τεχνολογική εξάρτηση δεν είναι μόνο αποτέλεσμα μικρότερων επενδύσεων. Είναι κυρίως αποτέλεσμα μιας αγοράς που εδώ και δύο δεκαετίες λειτουργεί υπέρ των παγκόσμιων τεχνολογικών κολοσσών.
Η σημερινή ευρωπαϊκή οικονομία εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά από αμερικανικές ψηφιακές πλατφόρμες. Από τις υπηρεσίες cloud μέχρι τα λειτουργικά συστήματα, από τις μηχανές αναζήτησης μέχρι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, η καθημερινή λειτουργία επιχειρήσεων, τραπεζών, πανεπιστημίων και δημόσιων οργανισμών βασίζεται σε τεχνολογίες που αναπτύχθηκαν εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για μια εξάρτηση που δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και στρατηγική.
Οι τελευταίες εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέδειξαν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο αυτήν την αδυναμία. Οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν προσωρινά στην πρόσβαση ξένων χρηστών σε προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης απέδειξαν ότι η πρόσβαση στην AI μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Όταν μια χώρα μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση σε κρίσιμες ψηφιακές υποδομές με μία κυβερνητική απόφαση, τότε η τεχνολογική εξάρτηση παύει να είναι απλώς εμπορικό ζήτημα. Μετατρέπεται σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση απαντά με περισσότερη χρηματοδότηση. Αυτό όμως δεν αρκεί. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η ευρωπαϊκή αγορά εξακολουθεί να ευνοεί τη συγκέντρωση ισχύος σε ελάχιστους παγκόσμιους παίκτες. Ακόμη και όταν αναπτύσσονται καινοτόμες ευρωπαϊκές εταιρείες, συχνά εξαγοράζονται, απορροφώνται ή αδυνατούν να αναπτυχθούν απέναντι στις οικονομίες κλίμακας των αμερικανικών κολοσσών.
Η ιστορία της τεχνολογίας δείχνει ότι οι μεγαλύτερες καινοτομίες γεννιούνται σε περιβάλλοντα έντονου ανταγωνισμού. Η Silicon Valley δεν δημιουργήθηκε επειδή υπήρχε μόνο μία μεγάλη εταιρεία. Αντιθέτως, αναπτύχθηκε επειδή δεκάδες επιχειρήσεις ανταγωνίζονταν διαρκώς μεταξύ τους, προσελκύοντας ταλέντο, κεφάλαια και νέες ιδέες. Στην Ευρώπη, αντίθετα, πολλές αγορές παραμένουν κατακερματισμένες, οι διαδικασίες χρηματοδότησης είναι αργές και η πρόσβαση των νεοφυών επιχειρήσεων σε μεγάλης κλίμακας κεφάλαια εξακολουθεί να είναι περιορισμένη.
Παράλληλα, η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα δεύτερο πρόβλημα που συζητείται λιγότερο. Παράγει εξαιρετική έρευνα αλλά δυσκολεύεται να τη μετατρέψει σε εμπορική επιτυχία. Τα κορυφαία ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα δημιουργούν τεχνογνωσία υψηλού επιπέδου, όμως μεγάλο μέρος αυτής της καινοτομίας καταλήγει να αξιοποιείται από επιχειρήσεις εκτός Ευρώπης. Το φαινόμενο της διαρροής ταλέντου προς τις Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζεται, ενώ οι ευρωπαϊκές εταιρείες δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τα πακέτα αμοιβών και χρηματοδότησης που προσφέρουν οι αμερικανικοί τεχνολογικοί όμιλοι.
Η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει ακόμη περισσότερο αυτήν την εξέλιξη. Τα σύγχρονα μοντέλα απαιτούν τεράστιες υπολογιστικές υποδομές, εξειδικευμένα chips, πρόσβαση σε δεδομένα και τεράστια επενδυτικά κεφάλαια. Όλα αυτά συγκεντρώνονται σήμερα σε λίγες επιχειρήσεις που διαθέτουν παγκόσμια κλίμακα. Εάν η Ευρώπη δεν δημιουργήσει ένα οικοσύστημα που να επιτρέπει στις δικές της εταιρείες να αναπτυχθούν σε αντίστοιχο μέγεθος, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μόνιμο καταναλωτή τεχνολογίας αντί για παραγωγό της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η λύση είναι ο οικονομικός προστατευτισμός. Η τεχνολογία εξελίσσεται μέσα από διεθνείς συνεργασίες και ανοιχτές αγορές. Η Ευρώπη όμως χρειάζεται ισχυρότερους μηχανισμούς που θα ενισχύουν την εγχώρια καινοτομία χωρίς να περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Χρειάζεται ενιαία ψηφιακή αγορά, ευκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, γρηγορότερη εμπορική αξιοποίηση της πανεπιστημιακής έρευνας και σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο που θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αναπτύσσονται αντί να επιβαρύνονται με υπερβολική γραφειοκρατία.
Ταυτόχρονα, η πολιτική ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να εξελιχθεί. Δεν αρκεί να επιβάλλονται πρόστιμα στις μεγάλες πλατφόρμες μετά την εδραίωση της κυριαρχίας τους. Η πραγματική πρόκληση είναι να διαμορφωθούν συνθήκες που θα επιτρέπουν την εμφάνιση νέων ευρωπαϊκών πρωταθλητών στην τεχνητή νοημοσύνη, στο cloud computing, στην κυβερνοασφάλεια και στις ψηφιακές υπηρεσίες.
Η επόμενη δεκαετία θα καθορίσει ποιοι θα ελέγχουν τις βασικές ψηφιακές υποδομές της παγκόσμιας οικονομίας. Όποιος ελέγχει την τεχνητή νοημοσύνη, τα δεδομένα και τις υπολογιστικές πλατφόρμες δεν αποκτά μόνο οικονομική δύναμη αλλά και γεωπολιτική επιρροή. Η Ευρώπη διαθέτει επιστημονικό δυναμικό, βιομηχανική βάση και οικονομικούς πόρους για να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτό που της λείπει είναι η ταχύτητα λήψης αποφάσεων και η δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας ψηφιακής αγοράς.
Η τεχνολογική κυριαρχία δεν θα επιτευχθεί μόνο με περισσότερες δημόσιες επενδύσεις. Θα επιτευχθεί όταν η Ευρώπη δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε οι δικές της επιχειρήσεις να μπορούν να ανταγωνιστούν ισότιμα τους παγκόσμιους τεχνολογικούς γίγαντες. Η πραγματική κυριαρχία δεν μετριέται από το ύψος των επιδοτήσεων αλλά από την ικανότητα μιας οικονομίας να παράγει και να διατηρεί την καινοτομία της.
SBC Σχολιο
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική επιλογή. Εάν περιοριστεί στη χρηματοδότηση νέων τεχνολογικών έργων χωρίς να αντιμετωπίσει τις δομικές αδυναμίες της αγοράς, θα συνεχίσει να εξαρτάται από εξωευρωπαϊκές ψηφιακές πλατφόρμες. Η τεχνολογική κυριαρχία απαιτεί όχι μόνο κεφάλαια αλλά και ένα ανταγωνιστικό οικοσύστημα που θα επιτρέπει στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να εξελιχθούν σε παγκόσμιους πρωταγωνιστές.







