Οι μεγαλύτερες μάχες της επόμενης δεκαετίας ίσως να μη δοθούν ούτε για την τεχνητή νοημοσύνη ούτε για την κυριαρχία των δεδομένων. Θα δοθούν για κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: το ποιος διαμορφώνει την παιδική ηλικία.
Για πρώτη φορά στην ιστορία, μια ολόκληρη γενιά μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η πραγματικότητα δεν ορίζεται μόνο από την οικογένεια, το σχολείο και την κοινωνία, αλλά και από αλγορίθμους που έχουν σχεδιαστεί με έναν βασικό στόχο: να κρατούν τον χρήστη όσο το δυνατόν περισσότερο μπροστά στην οθόνη.
Η συζήτηση που ανοίγουν ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους δεν αφορά απλώς την προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο. Αφορά τη δημόσια υγεία, την κοινωνική συνοχή και, τελικά, το μοντέλο της δημοκρατίας στις ψηφιακές κοινωνίες.
Για πολλά χρόνια επικράτησε η άποψη ότι η τεχνολογία είναι ουδέτερη. Ότι όλα εξαρτώνται από τον τρόπο χρήσης της. Σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Οι ίδιες οι πλατφόρμες σχεδιάζονται ώστε να επηρεάζουν τη συμπεριφορά του χρήστη. Τα notifications, το ατελείωτο scrolling, τα προτεινόμενα βίντεο, οι μηχανισμοί επιβράβευσης και οι αλγόριθμοι προσωποποίησης δεν είναι τυχαία χαρακτηριστικά. Είναι προϊόντα μιας οικονομίας που βασίζεται στην προσοχή.
Κάθε επιπλέον λεπτό που περνά ένας χρήστης σε μια πλατφόρμα μεταφράζεται σε περισσότερα δεδομένα, περισσότερη διαφήμιση και υψηλότερα έσοδα. Το επιχειρηματικό μοντέλο είναι απολύτως λογικό από οικονομικής πλευράς. Το πρόβλημα είναι ότι όταν ο ίδιος μηχανισμός εφαρμόζεται σε παιδιά και εφήβους, δημιουργεί ένα διαφορετικό επίπεδο ευθύνης.
Η επιστημονική βιβλιογραφία γίνεται ολοένα και πιο σαφής. Η υπερβολική έκθεση στα κοινωνικά δίκτυα συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους, διαταραχές ύπνου, χαμηλότερη αυτοεκτίμηση, μεγαλύτερη πιθανότητα κατάθλιψης και δυσκολίες στη συγκέντρωση. Ταυτόχρονα, η συνεχής σύγκριση με εξιδανικευμένες ψηφιακές εικόνες δημιουργεί μια διαρκή αίσθηση ανεπάρκειας στους νέους ανθρώπους.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η είσοδος της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης στην καθημερινότητα των παιδιών. Οι νέες πλατφόρμες μπορούν να λειτουργούν ως συνομιλητές, φίλοι, δάσκαλοι ή ακόμη και ψυχολογικοί σύμβουλοι. Οι δυνατότητες είναι εντυπωσιακές. Οι κίνδυνοι όμως παραμένουν ελάχιστα κατανοητοί.
Τι σημαίνει για την ανάπτυξη της προσωπικότητας ενός παιδιού όταν σημαντικό μέρος της κοινωνικοποίησής του πραγματοποιείται με μηχανές; Πώς επηρεάζεται η ενσυναίσθηση όταν οι ανθρώπινες σχέσεις αντικαθίστανται από αλγοριθμικές αλληλεπιδράσεις; Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στη μάθηση όταν η τεχνητή νοημοσύνη απαντά πριν ακόμη ο μαθητής προλάβει να σκεφτεί;
Κανείς δεν γνωρίζει ακόμη τις απαντήσεις.
Αυτό ακριβώς καθιστά αναγκαία την αρχή της προφύλαξης. Όχι επειδή η τεχνητή νοημοσύνη είναι επικίνδυνη από τη φύση της, αλλά επειδή οι κοινωνίες δεν μπορούν να περιμένουν δέκα ή είκοσι χρόνια μέχρι να διαπιστώσουν τις συνέπειες μιας ανεξέλεγκτης ψηφιακής μετάβασης.
Δεν είναι τυχαίο ότι ολοένα και περισσότερες χώρες προχωρούν σε περιορισμούς ηλικίας για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η Αυστραλία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Ινδονησία, ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο κινούνται προς αυστηρότερη ρύθμιση, απαιτώντας από τις πλατφόρμες να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την προστασία των ανηλίκων.
Πρόκειται για μια θεμελιώδη αλλαγή φιλοσοφίας. Μέχρι πρόσφατα, το βάρος έπεφτε σχεδόν αποκλειστικά στους γονείς. Σήμερα γίνεται αντιληπτό ότι κανένας γονέας δεν μπορεί να ανταγωνιστεί μόνος του αλγορίθμους που εξελίσσονται καθημερινά με τη βοήθεια δισεκατομμυρίων δεδομένων και πανίσχυρων υπολογιστικών συστημάτων.
Η ευθύνη μεταφέρεται πλέον και στις ίδιες τις εταιρείες τεχνολογίας.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο ρυθμιστικό. Είναι και πολιτισμικό.
Η σημερινή γενιά παιδιών περνά περισσότερες ώρες μπροστά σε οθόνες από οποιαδήποτε άλλη γενιά στην ιστορία. Ταυτόχρονα, μειώνεται ο χρόνος για φυσικό παιχνίδι, κοινωνική αλληλεπίδραση, άθληση και δημιουργική έκφραση. Η τεχνολογία προσφέρει αμέτρητες δυνατότητες, αλλά όταν καταλαμβάνει κάθε ελεύθερο λεπτό, σταδιακά αντικαθιστά εμπειρίες που είναι απαραίτητες για την ψυχολογική και κοινωνική ανάπτυξη.
Η συζήτηση δεν αφορά την επιστροφή σε έναν κόσμο χωρίς διαδίκτυο. Αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει πλέον. Αφορά τη δημιουργία ενός ψηφιακού οικοσυστήματος όπου η τεχνολογία υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το αντίστροφο.
Η Ευρώπη έχει μια μοναδική ευκαιρία να διαμορφώσει αυτό το νέο πλαίσιο. Όπως πρωτοστάτησε στην προστασία προσωπικών δεδομένων με τον GDPR και στη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης με το AI Act, έτσι μπορεί να αποτελέσει και τον παγκόσμιο πρωτοπόρο στην προστασία της ψηφιακής παιδικής ηλικίας.
Η πρόκληση είναι τεράστια, γιατί συγκρούεται με ένα επιχειρηματικό μοντέλο δισεκατομμυρίων ευρώ. Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι κάθε μεγάλη τεχνολογική επανάσταση συνοδεύτηκε αργότερα από κανόνες που προστάτευσαν την κοινωνία χωρίς να εμποδίσουν την καινοτομία.
Το ίδιο θα συμβεί και τώρα.
Η τεχνητή νοημοσύνη, τα κοινωνικά δίκτυα και οι ψηφιακές πλατφόρμες θα συνεχίσουν να εξελίσσονται. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να σταματήσουμε αυτή την εξέλιξη. Είναι αν θα έχουμε το θάρρος να τη διαμορφώσουμε πριν εκείνη διαμορφώσει οριστικά τις επόμενες γενιές.
SBC Σχολιο
Η επόμενη μεγάλη μάχη της ψηφιακής οικονομίας δεν αφορά μόνο την καινοτομία αλλά και τη λογοδοσία. Οι εταιρείες τεχνολογίας δεν μπορούν πλέον να αξιολογούνται αποκλειστικά με βάση την ανάπτυξη των χρηστών ή την κεφαλαιοποίησή τους. Η πραγματική ωριμότητα της ψηφιακής εποχής θα κριθεί από το κατά πόσο η τεχνολογία θα προστατεύει τους πιο ευάλωτους χρήστες της. Η παιδική ηλικία δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο ανεξέλεγκτου πειραματισμού των αλγορίθμων. Οι επιλογές που θα γίνουν σήμερα θα καθορίσουν όχι μόνο την υγεία των παιδιών, αλλά και την ποιότητα της δημοκρατίας και της κοινωνίας των επόμενων δεκαετιών.







