Οι δασμοί του Τραμπ επιστρέφουν και οι αγορές ξαναμετρούν τον γεωπολιτικό κίνδυνο

Οι αγορές είχαν αρχίσει να προσαρμόζονται στην ιδέα ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα του 2026 ήταν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, το πετρέλαιο και τα Στενά του Ορμούζ. Όμως η Ουάσιγκτον υπενθύμισε ότι υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας ικανός να ανατρέψει τις παγκόσμιες ισορροπίες: ο εμπορικός πόλεμος.

Η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει νέο κύμα δασμών σε 60 οικονομίες, χρησιμοποιώντας το άρθρο 301 του Trade Act του 1974 και επικαλούμενη παραβιάσεις εργασιακών δικαιωμάτων, ανοίγει ένα νέο μέτωπο αβεβαιότητας σε μια περίοδο όπου οι επιχειρήσεις ήδη δοκιμάζονται από υψηλές ενεργειακές τιμές, αυξημένο κόστος κεφαλαίου και γεωπολιτικές εντάσεις.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσο θα διαρκέσει ο αποκλεισμός του Ορμούζ ή αν το Brent θα κινηθεί προς τα 120 δολάρια. Είναι κατά πόσο η παγκόσμια οικονομία μπορεί να αντέξει ταυτόχρονα ενεργειακό σοκ, εμπορικό προστατευτισμό και επιβράδυνση της τεχνολογικής ανάπτυξης.

Ο εμπορικός πόλεμος αλλάζει μορφή

Η χρήση του Section 301 δεν αποτελεί καινοτομία για τον Ντόναλντ Τραμπ. Την πρώτη του θητεία το συγκεκριμένο εργαλείο χρησιμοποιήθηκε κυρίως απέναντι στην Κίνα.

Σήμερα όμως η προσέγγιση είναι διαφορετική.

Οι νέοι δασμοί δεν στοχεύουν μία μόνο χώρα αλλά ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου. Η αιτιολόγηση βασίζεται στις πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας και όχι αποκλειστικά στα εμπορικά ελλείμματα.

Έτσι δημιουργείται ένα νέο πλαίσιο όπου το εμπόριο συνδέεται άμεσα με ζητήματα γεωπολιτικής, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εθνικής ασφάλειας.

Για τις επιχειρήσεις αυτό σημαίνει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας.

Η πρόσβαση στην αμερικανική αγορά εξαρτάται πλέον όχι μόνο από την ανταγωνιστικότητα αλλά και από πολιτικές αποφάσεις που μπορούν να αλλάξουν μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Οι αγορές προτιμούν τη σταθερότητα

Η πρώτη αντίδραση των χρηματιστηρίων ήταν χαρακτηριστική.

Η Wall Street υποχώρησε, οι ασιατικές αγορές κινήθηκαν έντονα χαμηλότερα, ενώ οι επενδυτές στράφηκαν ξανά προς τα κρατικά ομόλογα και τα ασφαλή καταφύγια.

Το πρόβλημα δεν είναι τόσο το ύψος των δασμών όσο η αβεβαιότητα που δημιουργούν.

Οι επενδυτές μπορούν να αποτιμήσουν έναν φόρο 10% ή 12,5%.

Δεν μπορούν όμως να αποτιμήσουν μια διαρκώς μεταβαλλόμενη εμπορική πολιτική.

Η αβεβαιότητα αυξάνει το επενδυτικό ρίσκο, περιορίζει τις επιχειρηματικές επενδύσεις και οδηγεί σε υψηλότερο κόστος κεφαλαίου.

Big Tech: η νέα δοκιμασία

Παράλληλα με τους δασμούς, οι επενδυτές συνεχίζουν να επαναξιολογούν το μεγάλο στοίχημα της τεχνητής νοημοσύνης.

Τα αποτελέσματα των Alphabet και Tesla έδειξαν ότι πλέον η αγορά δεν αρκείται στην ισχυρή αύξηση εσόδων.

Θέλει και πειθαρχία στις επενδύσεις.

Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες για data centers, AI chips και νέες υποδομές αυξάνονται με πρωτοφανείς ρυθμούς.

Για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, η αγορά αρχίζει να αναρωτιέται εάν οι επενδύσεις αυτές θα αποδώσουν εγκαίρως ώστε να δικαιολογήσουν τις σημερινές αποτιμήσεις.

Το ίδιο δίλημμα αντιμετωπίζει πλέον και η ευρωπαϊκή SAP, η οποία μείωσε τον στόχο κερδοφορίας της λόγω του υψηλού κόστους ανάπτυξης εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης.

Η AI παραμένει το μεγαλύτερο επενδυτικό αφήγημα της δεκαετίας.

Ωστόσο, οι επενδυτές αρχίζουν να ζητούν περισσότερες αποδείξεις και λιγότερες υποσχέσεις.

Η Ευρώπη ανάμεσα σε δύο πιέσεις

Η Ευρώπη βρίσκεται ίσως στη δυσκολότερη θέση.

Από τη μία πλευρά αντιμετωπίζει υψηλότερες τιμές ενέργειας λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή.

Από την άλλη βλέπει τις εξαγωγικές της επιχειρήσεις να κινδυνεύουν από νέους αμερικανικούς εμπορικούς περιορισμούς.

Η Volkswagen αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις της για τις πωλήσεις, ενώ μεγάλοι βιομηχανικοί όμιλοι επανεξετάζουν ήδη τις στρατηγικές παραγωγής τους.

Εάν οι εμπορικές εντάσεις παραταθούν, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί εγκλωβισμένη ανάμεσα στην αμερικανική προστατευτική πολιτική και στην επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας.

Το πετρέλαιο παραμένει ο μεγαλύτερος καταλύτης

Παρά τους δασμούς, οι αγορές εξακολουθούν να έχουν στραμμένο το βλέμμα στο Ιράν.

Οι απειλές για νέες επιθέσεις σε ιρανικές υποδομές και η συνέχιση των επιθέσεων κατά πλοίων διατηρούν το Brent σε υψηλά επίπεδα.

Η Goldman Sachs εκτιμά ότι εάν οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ συνεχιστούν, το Brent μπορεί να ξεπεράσει τα 120 δολάρια το βαρέλι μέσα στο τέταρτο τρίμηνο.

Ένα τέτοιο σενάριο θα επιβάρυνε σημαντικά τον παγκόσμιο πληθωρισμό και θα περιόριζε περαιτέρω τα περιθώρια μείωσης επιτοκίων από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες.

Με άλλα λόγια, η ενέργεια εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου για την παγκόσμια οικονομία.

SBC Σχολιο

Οι αγορές εισέρχονται σε μια νέα φάση όπου η γεωπολιτική επιστρέφει στο επίκεντρο των επενδυτικών αποφάσεων. Μέχρι πρόσφατα, οι επενδυτές αξιολογούσαν κυρίως τον πληθωρισμό, τα επιτόκια και την τεχνητή νοημοσύνη. Σήμερα καλούνται να ενσωματώσουν και μια νέα πραγματικότητα: ενεργειακές κρίσεις, εμπορικούς πολέμους και πολιτικές αποφάσεις που μπορούν να μεταβάλουν απότομα το διεθνές εμπόριο. Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν οι αγορές μπορούν να αντέξουν έναν από αυτούς τους κινδύνους. Είναι αν μπορούν να διαχειριστούν όλους ταυτόχρονα. Και αυτό κάνει το δεύτερο εξάμηνο του 2026 ίσως το πιο απαιτητικό περιβάλλον της τελευταίας δεκαετίας.

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.