Ο πόλεμος χωρίς έξοδο: Όταν η γεωπολιτική γίνεται ο μεγαλύτερος εχθρός της παγκόσμιας οικονομίας

Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν κρίνονται μόνο στα πεδία των μαχών. Κρίνονται στις αγορές, στις εφοδιαστικές αλυσίδες, στις τιμές της ενέργειας και τελικά στην καθημερινότητα δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Η νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δείχνει ότι η διεθνής οικονομία έχει εισέλθει σε μια περίοδο όπου η γεωπολιτική αβεβαιότητα αποτελεί πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό και όχι μια προσωρινή παρένθεση. Το άρθρο του Simon Tisdall θέτει στο επίκεντρο τον ρόλο του Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική στρατηγική έχει οδηγήσει σε έναν πόλεμο χωρίς σαφή στόχο και χωρίς αξιόπιστη στρατηγική εξόδου.

Ανεξάρτητα από την πολιτική αξιολόγηση του Αμερικανού προέδρου, το βασικό ερώτημα παραμένει: ποιο είναι το πραγματικό κόστος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο;

Η απάντηση ξεπερνά κατά πολύ τα στρατιωτικά μεγέθη. Τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να αποτελούν το σημαντικότερο ενεργειακό σημείο διέλευσης του πλανήτη. Ένα μεγάλο μέρος των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου περνά καθημερινά από αυτή τη θαλάσσια αρτηρία. Κάθε στρατιωτική ένταση μετατρέπεται άμεσα σε υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου για τα πλοία, ακριβότερες μεταφορές, αυξημένες τιμές ενέργειας και μεγαλύτερες πληθωριστικές πιέσεις για όλες τις οικονομίες.

Οι τελευταίοι μήνες επιβεβαιώνουν αυτή τη νέα πραγματικότητα. Παρά τις διαδοχικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι αγορές πετρελαίου δεν έχουν οδηγηθεί σε πανικό αντίστοιχο εκείνου της δεκαετίας του 1970. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει εξαφανιστεί. Σημαίνει ότι οι αγορές έχουν μάθει να αποτιμούν διαφορετικά τις γεωπολιτικές κρίσεις, θεωρώντας ότι η προσφορά ενέργειας μπορεί να αναπληρωθεί προσωρινά μέσω στρατηγικών αποθεμάτων, αυξημένης παραγωγής από άλλες χώρες ή ανακατεύθυνσης των θαλάσσιων μεταφορών.

Ωστόσο, η ανθεκτικότητα αυτή έχει όρια. Όσο περισσότερο διαρκεί μια πολεμική σύγκρουση τόσο αυξάνεται το οικονομικό της αποτύπωμα. Οι ασφαλιστικές εταιρείες ανεβάζουν τα πολεμικά ασφάλιστρα, οι ναυτιλιακές προσαρμόζουν τα δρομολόγιά τους, οι επιχειρήσεις αυξάνουν τα αποθέματα ασφαλείας και οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να αναλάβουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Η οικονομία αρχίζει να λειτουργεί με αυξημένο κόστος σε κάθε επίπεδο.

Αυτό ακριβώς είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα των λεγόμενων «πολέμων φθοράς». Δεν απαιτούν απαραίτητα ολοκληρωτικές στρατιωτικές συγκρούσεις για να προκαλέσουν σημαντική οικονομική ζημιά. Αρκεί η διατήρηση της αβεβαιότητας.

Η αμερικανική στρατηγική φαίνεται να κινείται ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες επιδιώξεις. Από τη μία πλευρά επιδιώκει να περιορίσει την επιρροή του Ιράν και να διασφαλίσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Από την άλλη, αποφεύγει μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εμπλοκή που θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν ακόμη πολυετή πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση συνεχών στρατιωτικών επιχειρήσεων χωρίς σαφές πολιτικό τέλος.

Αυτή η στρατηγική έχει και σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η χρηματοδότηση παρατεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων αυξάνει τις δημοσιονομικές πιέσεις σε μια περίοδο όπου το αμερικανικό δημόσιο χρέος βρίσκεται ήδη σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, η άνοδος των τιμών της ενέργειας δυσκολεύει το έργο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ στην προσπάθειά της να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον στόχο της.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη καθώς η τεχνητή νοημοσύνη και οι τεχνολογικές επενδύσεις απορροφούν τεράστιους χρηματοδοτικούς πόρους. Οι αγορές καλούνται ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσουν τον μεγαλύτερο τεχνολογικό μετασχηματισμό των τελευταίων δεκαετιών και να διαχειριστούν αυξημένους γεωπολιτικούς κινδύνους. Η ισορροπία αυτή δεν μπορεί να διατηρείται επ’ άπειρον.

Για την Ευρώπη, οι εξελίξεις είναι ακόμη πιο κρίσιμες. Η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει εύθραυστη, ενώ η βιομηχανία συνεχίζει να αντιμετωπίζει υψηλό κόστος παραγωγής. Μια νέα παρατεταμένη άνοδος των τιμών του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου θα μπορούσε να επιβραδύνει σημαντικά την οικονομική ανάκαμψη της ευρωζώνης και να περιορίσει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία και η Κίνα παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις. Για τη Μόσχα, κάθε αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή σημαίνει πιθανή μεταφορά στρατιωτικών και οικονομικών πόρων μακριά από την Ουκρανία. Για το Πεκίνο, η αστάθεια δημιουργεί ευκαιρίες ενίσχυσης της οικονομικής και διπλωματικής του επιρροής, ιδιαίτερα στον Παγκόσμιο Νότο.

Το σημαντικότερο όμως δίδαγμα αυτής της κρίσης αφορά τον τρόπο με τον οποίο αλλάζει η ίδια η έννοια της οικονομικής ασφάλειας. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι επενδυτές αξιολογούσαν κυρίως οικονομικούς δείκτες, εταιρικά αποτελέσματα και νομισματική πολιτική. Σήμερα, οι αποφάσεις τους επηρεάζονται όλο και περισσότερο από στρατιωτικές εξελίξεις, κυβερνοεπιθέσεις, εμπορικές κυρώσεις και γεωπολιτικές ισορροπίες.

Η οικονομία και η γεωπολιτική έχουν πλέον συγχωνευθεί. Η μία δεν μπορεί να αναλυθεί χωρίς την άλλη.

Αυτό σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζουν την εξωτερική πολιτική και την οικονομική πολιτική ως δύο ανεξάρτητους τομείς. Κάθε στρατιωτική απόφαση έχει άμεσο δημοσιονομικό και επενδυτικό αντίκτυπο, ενώ κάθε οικονομική κύρωση εξελίσσεται σε εργαλείο στρατηγικής πίεσης.

Η νέα εποχή απαιτεί διαφορετικό τρόπο σκέψης. Η σταθερότητα των αγορών δεν εξαρτάται μόνο από τα επιτόκια ή τον πληθωρισμό. Εξαρτάται εξίσου από την ικανότητα των πολιτικών ηγεσιών να αποτρέπουν κρίσεις που μπορούν να διαταράξουν την παγκόσμια οικονομία για χρόνια.

Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή. Είτε θα επιδιώξει έναν νέο κύκλο διπλωματικών πρωτοβουλιών που θα μειώσει σταδιακά τις εντάσεις, είτε θα εγκλωβιστεί σε μια περίοδο συνεχών στρατιωτικών συγκρούσεων χαμηλής έντασης με υψηλό οικονομικό κόστος. Το δεύτερο σενάριο ίσως δεν παράγει άμεσα πρωτοσέλιδα κάθε ημέρα, αλλά διαβρώνει αργά και σταθερά την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και την εμπιστοσύνη.

Η πραγματική πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι ποιος θα κερδίσει τον επόμενο γύρο στρατιωτικών επιχειρήσεων. Είναι ποιος θα μπορέσει να αποτρέψει μια νέα δεκαετία γεωπολιτικής αστάθειας που θα κρατά την παγκόσμια οικονομία σε μόνιμη κατάσταση αβεβαιότητας.

SBC Σχολιο

Η σημερινή κρίση στη Μέση Ανατολή δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία γεωπολιτική αντιπαράθεση. Αποτελεί σημείο καμπής για το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Η ενέργεια, η ναυτιλία, οι εφοδιαστικές αλυσίδες, ο πληθωρισμός και οι επενδυτικές αποφάσεις συνδέονται πλέον άμεσα με τις στρατιωτικές εξελίξεις. Οι αγορές μπορεί να δείχνουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες, όμως η παρατεταμένη αβεβαιότητα λειτουργεί διαβρωτικά. Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά η σταδιακή κανονικοποίηση μιας οικονομίας που καλείται να λειτουργεί μόνιμα υπό συνθήκες γεωπολιτικού κινδύνου.

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.