Το σύστημα εμπορίας ρύπων βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζει χαλάρωση των κανόνων για να αποτρέψει διαρροή βιομηχανικής παραγωγής εκτός ΕΕ. Η στροφή αυτή επιχειρεί να ισορροπήσει τον στόχο μείωσης εκπομπών κατά 90% έως το 2040 με την ανάγκη διατήρησης ανταγωνιστικών ευρωπαϊκών εργοστασίων.
Το σύστημα εμπορίας ρύπων βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει δέσμη αλλαγών που δίνουν περισσότερο χρόνο και περισσότερα δωρεάν δικαιώματα στη βαριά βιομηχανία. Η κίνηση έρχεται σε μια στιγμή που η ευρωπαϊκή παραγωγή πιέζεται από υψηλή ενέργεια, κινεζικό ανταγωνισμό και αυστηρότερους κλιματικούς στόχους.
Πώς αλλάζει το σύστημα εμπορίας ρύπων για τη βιομηχανία;
Ο πυρήνας της αναθεώρησης αφορά την επιβράδυνση του ρυθμού μείωσης των διαθέσιμων δικαιωμάτων και την παράταση της περιόδου κατά την οποία οι επιχειρήσεις μπορούν να εκπέμπουν εντός του υφιστάμενου πλαισίου. Παράλληλα, αυξάνονται τα δωρεάν δικαιώματα για κλάδους εντάσεως ενέργειας, υπό όρο επενδύσεων σε τεχνολογίες απανθρακοποίησης.
Σημαντική θεσμική μετατόπιση είναι και η πρόθεση διατήρησης δωρεάν κατανομής ακόμη και σε κλάδους που καλύπτονται από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, παρότι η πλήρης κατάργηση είχε προγραμματιστεί για το 2034. Ταυτόχρονα, εξετάζεται αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των δικαιωμάτων, που μπορεί να μεταφραστεί σε πρόσθετη ελάφρυνση αρκετών δισ. ευρώ για τις επιχειρήσεις.
Μπορεί η χαλάρωση να συμβαδίσει με τον κλιματικό στόχο 2040;
Η Επιτροπή επιχειρεί να παρουσιάσει τις αλλαγές ως «στοχευμένη προσαρμογή» και όχι ως υποχώρηση από τον στόχο μείωσης εκπομπών κατά 90% έως το 2040. Το επιχείρημα είναι ότι χωρίς μεταβατικές ανάσες για τη βιομηχανία, η παραγωγή θα μετακινηθεί σε χώρες με χαλαρότερους κανόνες, αυξάνοντας τελικά το παγκόσμιο αποτύπωμα άνθρακα.
Ωστόσο, η παράταση δωρεάν δικαιωμάτων και η βραδύτερη μείωση των συνολικών ποσοτήτων αυξάνουν τον κίνδυνο να μείνει το σήμα τιμής του άνθρακα πιο αδύναμο τα επόμενα χρόνια. Για να αντισταθμιστεί αυτό, σχεδιάζεται υποχρέωση των κρατών-μελών να διοχετεύουν μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από τις δημοπρασίες σε επενδύσεις πράσινης τεχνολογίας και αναβάθμισης υποδομών.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Για την ελληνική βιομηχανία τσιμέντου, μετάλλων, διύλισης και χημικών, μια πιο ήπια προσαρμογή στο σύστημα εμπορίας ρύπων μειώνει τον άμεσο δημοσιονομικό και επενδυτικό κραδασμό. Δίνει χρόνο για υλοποίηση σχεδίων ενεργειακής αναβάθμισης, υποκατάστασης καυσίμων και αξιοποίησης πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα ευρωπαϊκά ταμεία καινοτομίας.
Ταυτόχρονα, η υποχρέωση κατεύθυνσης περισσότερων εσόδων από δημοπρασίες σε πράσινες επενδύσεις μπορεί να ενισχύσει ένα νέο κύμα βιομηχανικών projects σε ΑΠΕ, αποθήκευση και καθαρή παραγωγή υδρογόνου. Η πρόκληση για την ελληνική πολιτεία θα είναι να αποφύγει τη «δημιουργική λογιστική» με τα έσοδα του ETS και να τα μετατρέψει σε πραγματική βελτίωση ανταγωνιστικότητας.
Σχόλιο
: Η αναθεώρηση του συστήματος εμπορίας ρύπων προσφέρει παράθυρο ευκαιρίας στην ελληνική βιομηχανία, αλλά όχι άνευ όρων· όσοι αξιοποιήσουν τον πρόσθετο χρόνο για πραγματικές επενδύσεις απανθρακοποίησης θα κερδίσουν στρατηγικό πλεονέκτημα, ενώ οι υπόλοιποι θα βρεθούν αντιμέτωποι με πιο απότομη προσαρμογή στην επόμενη φάση της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής.
Διαβάστε επίσης:
ΕΕ: Κάλας ανακοινώνει συνάντηση με χώρες του Κόλπου για Ορμούζ
Σχοινάς ανακοινώνει 61 εκατ. ευρώ και διώξεις για επιδοτήσεις
#ΕυρωπαϊκήΈνωση #Βιομηχανία #Κλίμα #Ενέργεια #Ελληνικήοικονομία






