Ανατιμήσεις στα φρέσκα τρόφιμα, πίεση σε παραγωγούς και καταναλωτές

Τα φρέσκα τρόφιμα ανατιμώνται με ρυθμό 6% τον Ιούνιο, πολύ πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, την ώρα που οι κυβερνητικές συσκέψεις για την ακρίβεια αφήνουν εκτός τον πρωτογενή τομέα. Η συζήτηση μένει στον τιμάριθμο και τα τυποποιημένα προϊόντα, ενώ το πραγματικό πρόβλημα κρύβεται στην αλυσίδα από το χωράφι μέχρι το ράφι.

Τα φρέσκα τρόφιμα ανατιμώνται με ρυθμό 6% τον Ιούνιο, πολύ πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ οι πολιτικές πρωτοβουλίες εστιάζουν σχεδόν αποκλειστικά στα τυποποιημένα προϊόντα. Η απόφαση για άρση του πλαφόν κέρδους και «πάγωμα» τιμών έως τον Σεπτέμβριο πάρθηκε χωρίς την παρουσία των καθ’ ύλην αρμοδίων για το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης του τιμαρίθμου: του πρωτογενούς τομέα.

Διαφήμιση

Έτσι, η κυβέρνηση συζήτησε για τον δείκτη τιμών αλλά όχι για την ουσία της ακρίβειας, αφήνοντας εκτός τραπεζιού όσους παράγουν, διακινούν και εμπορεύονται κρέας, ψωμί, φρούτα και λαχανικά. Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία δείχνουν ότι τα μη τυποποιημένα τρόφιμα τραβούν την κούρσα του πληθωρισμού, ενώ τα τυποποιημένα έχουν σταθεροποιηθεί.

Φρέσκα τρόφιμα: Ποιος ανεβάζει τον λογαριασμό στο ράφι;

Στην πράξη, η μεγαλύτερη πίεση προέρχεται από τα μη τυποποιημένα τρόφιμα, όπου η ψαλίδα τιμής από τον παραγωγό μέχρι τον καταναλωτή παραμένει εντυπωσιακά ανοιχτή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα κεράσια, που πληρώνονται γύρω στα 1,5 € στον παραγωγό και φτάνουν στο ράφι πάνω από 5 €, με το επιχείρημα της «φύρας» να μην πείθει ούτε σε μέγεθος ούτε σε συνέπεια.

Ανάλογη ήταν και η εικόνα στα λεμόνια πριν τρία χρόνια, όταν η παραγωγή έμενε στα δέντρα αλλά το ράφι κρατούσε τιμή άνω των 0,60 €/κιλό. Η αγορά εμφανίζεται πρόθυμη να διατηρεί υψηλές τελικές τιμές ακόμη και όταν η πρώτη ύλη καταρρέει, όπως φάνηκε στο σιτάρι: από τα 50 λεπτά το κιλό επέστρεψε στα 20-21 λεπτά, χωρίς αντίστοιχη διόρθωση σε ψωμί και αρτοσκευάσματα.

Η σιωπή των θεσμών και το κόστος της αδράνειας

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού είχε εξαγγείλει έρευνα για τον αγροδιατροφικό τομέα μέσα στο πρώτο εξάμηνο του έτους, όμως δεν υπάρχει σαφής ενημέρωση για την πορεία της. Την ίδια ώρα, επιστημονικοί, τεχνικοί και συνδικαλιστικοί φορείς αποφεύγουν να τοποθετηθούν καθαρά για τον πληθωρισμό στα μη τυποποιημένα και την ακρίβεια στα τυποποιημένα προϊόντα.

Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης περιορίστηκε διαχρονικά στον ρόλο του διαχειριστή κοινοτικών ενισχύσεων, χωρίς να ανοίξει ουσιαστική συζήτηση για το κόστος παραγωγής, τη λειτουργία της αγοράς εφοδίων, τον εκσυγχρονισμό της εμπορίας και τη διαχείριση του ρίσκου τιμών. Σήμερα, η ΑΑΔΕ καλείται να «θεραπεύσει» μέρος των στρεβλώσεων μέσω μιας πιο διαφανούς διαχείρισης των επιδοτήσεων, σε ένα περιβάλλον όπου χαμένοι χρόνοι και πόροι συσσωρεύονται.

Πώς θα αυξηθεί η προσφορά χωρίς να στραγγαλιστεί ο ανταγωνισμός;

Η συζήτηση για την ακρίβεια είναι άρρηκτα δεμένη με το αν οι παραγωγοί μπορούν να αναλάβουν ρίσκο σε καλλιέργειες όπως η ντομάτα, με τεράστιο κόστος και έλλειψη εργατικών χεριών. Όταν κατακαλόκαιρο η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί και η ζήτηση διπλασιάζεται λόγω τουρισμού, η αγορά καλύπτει τα κενά με εισαγόμενα προϊόντα: ακριβότερα λόγω μεταφορών και συχνά χαμηλότερης ποιότητας.

Στα κεράσια της Αγιάς, η συγκομιδή γίνεται με χλιαρούς ρυθμούς λόγω έλλειψης εργατών, ενώ στο ράφι η τιμή ξεπερνά τα 6 €/κιλό, περιορίζοντας την κατανάλωση και τελικά τα συνολικά έσοδα του παραγωγού. Η θεωρία της ελαστικότητας της ζήτησης λέει ότι χαμηλότερες τιμές θα μπορούσαν να αυξήσουν τον όγκο πωλήσεων, όμως η αγορά φρούτων και λαχανικών φαίνεται να αγνοεί συστηματικά αυτή τη λογική.

Την ίδια στιγμή, οι παραγωγοί βλέπουν τις τιμές των προϊόντων τους να κατρακυλούν σε ιστορικά χαμηλά, ενώ το λίπασμα παραμένει κοντά στα 100 € το τσουβάλι και το πετρέλαιο, αν και υποχωρεί, δεν μεταφράζεται σε ανάσα στο ράφι. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποστροφή «δεν τα παίζω ρουλέτα καλύτερα;» αποτυπώνει το πραγματικό ρίσκο της καλλιέργειας για τον αγρότη.

φρέσκα τρόφιμα SBC Red Line

Η πολιτική για την ακρίβεια παραμένει εστιασμένη στο ράφι και όχι στην αλυσίδα αξίας, αφήνοντας τον πρωτογενή τομέα εκτός δωματίου όταν λαμβάνονται οι κρίσιμες αποφάσεις. Οι ανατιμήσεις στα φρέσκα τρόφιμα δείχνουν ότι χωρίς διαφάνεια στη διαδρομή από τον παραγωγό στον καταναλωτή, κάθε «πάγωμα» τιμών είναι προσωρινό.

Για τις επιχειρήσεις τροφίμων, η πίεση πλέον δεν είναι να εξηγήσουν γιατί αυξάνουν τιμές, αλλά γιατί δεν τις μειώνουν όταν οι πρώτες ύλες υποχωρούν θεαματικά. Για τα νοικοκυριά, το ερώτημα «γιατί ό,τι ανεβαίνει δεν κατεβαίνει;» μετατρέπεται σε κριτήριο εμπιστοσύνης απέναντι στην αγορά και τους θεσμούς.

Η μεγάλη εικόνα είναι ότι χωρίς πιο παραγωγικό και οργανωμένο αγροτικό τομέα, με χαμηλότερο κόστος, σταθερό πλαίσιο και πραγματικό ανταγωνισμό, η Ελλάδα θα συνεχίσει να «εισάγει» ακρίβεια μαζί με τρόφιμα. Το επόμενο στοίχημα είναι αν η συζήτηση για την ακρίβεια θα μετατοπιστεί από τον τιμάριθμο στη δομή της αγοράς και στην αντοχή της κοινωνίας.

#φρέσκατρόφιμα #αγροτικόςτομέας #ακρίβεια #πληθωρισμόςτροφίμων #αγροτικέςτιμές #αλυσίδαεφοδιασμού #ΕπιτροπήΑνταγωνισμού #Eurostat #ντομάτα #κεράσια #λεμόνια #σιτάρι #αρτοσκευάσματα #αγροτικέςεπιδοτήσεις #κόστοςπαραγωγής

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.