Πολύ καλύτερα από το αναμενόμενο κινείται όπως όλα δείχνουν η ελληνική οικονομία, κάτι που πιστοποιείται από τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, αλλά και από τις εκτιμήσεις της Κομισιόν.
Σε αυτό το πλαίσιο όλα δείχνουν πως η επόμενη κυβέρνηση θα έχει ένα πολύ μεγάλο περιθώριο για νέες παροχές που θα αποσκοπούν στην στήριξη των ασθενέστερων.
Τα καλά «μαντάτα» για την ελληνική οικονομία οφείλονται στην υπεραπόδοση στην είσπραξη των φόρων, στην μείωση των τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, αλλά και στις προβλέψεις της Κομισιόν για υψηλότερη ανάπτυξη.
Σε περίπτωση που τα θετικά σενάρια επιβεβαιωθούν, τότε το υπέρ-πλεόνασμα ενδέχεται να φτάσει ακόμη και στα 2,5 δισ. ευρώ, γεγονός που θα δώσει στην επόμενη κυβέρνηση το περιθώριο να κινηθεί πιο ελεύθερα στον τομέα των παροχών.
Με βάση τις εκτιμήσεις που ανακοίνωσε χθες η Κομισιόν το πρωτογενές πλεόνασμα θα ανέλθει στο 1,9% του ΑΕΠ, όταν ο στόχος του Προγράμματος Σταθερότητας το προσδιορίζει στο 0,7% και η εκτίμηση του υπουργείου Οικονομικών, με βάση την δυναμική που υπάρχει το ανεβάζει το 1,1%.
Οι υπολογισμοί της Κομισιόν γίνονται με την παραδοχή ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα είναι φέτος 2,4%.
Παρ’ όλα αυτά, παράγοντες από το οικονομικό επιτελείο υπογραμμίσουν ότι με βάση τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, διαμορφώνονται συνθήκες για ρυθμό ανάπτυξης πάνω από 3% φέτος.
Καθοριστική πάντως για την επόμενη μέρα θα είναι η τιμή του φυσικού αερίου. Σε περίπτωση που η μέση τιμή του φυσικού αερίου έφτανε το τρέχον έτος τα 35 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ο ρυθμός ανάπτυξης θα κέρδιζε σχεδόν δυο επιπλέον μονάδες.
Με 120 ευρώ ανά μεγαβατώρα, το ετήσιο κόστος για τα 55 εκατ. MWh φυσικού αερίου που καταναλώνει η Ελλάδα φτάνει τα 6 δισ. ευρώ με 35 ευρώ, το κόστος υποχωρεί σε 1,750 δισ. ευρώ.
Η διαφορά των 4,250 δισ. ευρώ «προστίθεται απευθείας στο ΑΕΠ» υποστηρίζει κορυφαίο στέλεχος του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.







