Μάχη σε δύο μέτωπα ανοίγει από τον επόμενο μήνα το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Ο στόχος είναι να επιταχύνει τη μείωση του χρέους κοντά στο 120% του ΑΕΠ το 2028, ενώ συγχρόνως να αναβαθμιστεί το αξιόχρεο της χώρας στα όρια της βαθμίδας Α από ΒΒΒ- που είναι σήμερα.
Γίνεται προγραμματισμός ενόψει του 4ου δημοσιονομικού πλάνου, ο οποίος προβλέπει τη σταθερή μείωση του χρέους με μέσο ετήσιο ρυθμό 8%-10% του ΑΕΠ, λίγο πάνω ή λίγο κάτω από το 120% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2028, μειώνοντας παράλληλα και το καθαρό υπόλοιπο του χρέους των 356 δισ. ευρώ κατά περίπου 10 δισ. ευρώ.
Η μείωση αυτή θα προέλθει από σταθερά θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, που θα υπερβαίνουν σε ετήσια βάση το 3,5% σε ονομαστικούς όρους (δηλαδή, το πραγματικό ΑΕΠ, αν προστεθεί και ο ετήσιος πληθωρισμός), σταθερά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2,5% του ΑΕΠ και από τη σταδιακή μείωση των ταμειακών διαθεσίμων, τα οποία παραμένουν ακόμη στα 35 δισ. ευρώ, κατά 5 δισ. ευρώ τον χρόνο την επόμενη τετραετία. Παράλληλα θα έχουμε και τη σταδιακή μείωση του υπολοίπου του χρέους, που θα ξεκινήσει επίσημα από φέτος, αφού οι καθαρές δανειακές ανάγκες του Δημοσίου για την επόμενη τριετία θα είναι ανάλογες των φετινών, δηλαδή θα ξεπερνούν μόλις τα 5 δισ. ευρώ.
Στο μεταξύ το χρέος θα έχει δύο σημαντικούς σταθμούς μέχρι και τον επόμενο Απρίλιο.
Ο πρώτος θα είναι η πληρωμή στο τέλος του χρόνου της τριπλής δόσης ύψους 7,9 δισ. από το διμερές δάνειο με τις χώρες της Ευρωζώνης (GLF) με τη χρήση και του μαξιλαριού των 15,7 δισ. από τα χρήματα του ESM.
O δεύτερος σταθμός θα είναι ένας νέος αγώνας με την Eurostat, η οποία φαίνεται ότι υποχώρησε μεν από την απαίτησή της να εγγραφούν εκ των προτέρων τα 17,5 δισ. ευρώ των κρατικών εγγυήσεων από το σχέδιο Ηρακλής στο χρέος και τώρα ζητά να προσθέσει στο χρέος 12 δισ. από τα συνολικά 24 δισ. των αναβαλλόμενων τόκων του δανείου ύψους 90 δισ. που πήρε η Ελλάδα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) με το δεύτερο μνημόνιο. Τούτο δε, ενώ η σταδιακή αποπληρωμή των τόκων αυτών είναι σε περίοδο χάριτος μέχρι και το 2032.
Το κρίσιμο σημείο για την προσπάθεια εντατικότερης διαχείρισης, με στόχο την ταχύτερη μείωση του χρέους, αναμένεται να έρθει περί τα μέσα του Δεκεμβρίου.
Μέχρι τότε θα υπάρχουν όλες οι τυπικές εγκρίσεις για την πρόωρη αποπληρωμή της τρίτης δόσης και η απελευθέρωση του “μαξιλαριού” των 15,7 δισ. ευρώ από τον ESM. Έτσι το χρέος μειωθεί στο τέλος του χρόνου στο 153% του ΑΕΠ.
Η προσπάθεια για τη δραστική μείωση του χρέους θα ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο, με την πρόωρη αποπληρωμή, για πρώτη φορά, μιας τριπλής δόσης ύψους 8 δισ. ευρώ από το δάνειο που πήρε η Ελλάδα από την Ευρωζώνη στην αρχή του πρώτου μνημονίου απευθείας από τις χώρες της Ευρωζώνης, για το οποίο έχουν αποπληρωθεί πρόωρα 10,6 δισ. ευρώ.
Από τις αρχές του φθινοπώρου, η Αθήνα θα αρχίσει να στέλνει και επίσημα στους θεσμούς το αίτημα για πρόωρη αποπληρωμή του χρέους της. Το αίτημα θα πρέπει πρώτα να εγκριθεί από την ομάδα εργασίας του Eurogroup (Euro Working Group) και να επικυρωθεί σε μια από τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης.
Επιπλέον, μια επίπονη διαδικασία θα είναι η έγκριση της αίτησης της Ελλάδας και από τα εθνικά κοινοβούλια της Γερμανίας, της Φινλανδίας, της Ολλανδίας, της Αυστρίας και της Σλοβακίας. Μόλις τελειώσει η διαδικασία των εθνικών κοινοβουλίων, θα έρθει η σειρά του ESM. Παράλληλα με την την τυπική έγκριση του ελληνικού αιτήματος, θα πρέπει να αποποιηθεί και του δικαιώματός του να διεκδικήσει και αυτός, ως ο μεγαλύτερος δανειστής της Ελλάδας, την αποπληρωμή των δικών του δανείων.
Ο αγώνας με την Eurostat
Νωρίτερα, τον Οκτώβριο, θα έχουμε την πρώτη σοβαρή συζήτηση με την Eurostat για τους τόκους του δανείου των 90 δισ. ευρώ από τον EFSF. Τα 24 δισ. των τόκων, τα οποία θα έχουν συγκεντρωθεί από το 2012 όταν πήρε η Ελλάδα το δάνειο, θα αρχίσουν να αποπληρώνονται τυπικά από το 2032, αλλά ουσιαστικά από το 2038. Ωστόσο η Eurostat αξιώνει να γραφούν από τώρα οι μισοί από τους τόκους (12 δισ. ευρώ) στο χρέος. Σε δημοσιονομική βάση κάτι τέτοιο δεν θα δημιουργούσε πρόβλημα, αφού ούτως ή άλλως είναι κανονισμένο να αποπληρωθούν από το 2032 και μετά. Όμως θα δημιουργήσει πρόβλημα στην εικόνα του χρέους προς τους επενδυτές, καθώς το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα αυξηθεί ξαφνικά κατά περίπου 5%.
Η ελληνική πλευρά βασίζεται στο επιχείρημα ότι, όταν το 2012 η Ελλάδα είχε ζητήσει να αποτυπώσει τους τόκους του δανείου αυτού, η ίδια η Eurostat είχε πει πως δεν είναι απαραίτητο και τώρα ξαφνικά ζητά την αναδρομική καταγραφή του.
Οι στόχοι
Η σημαντική μείωση του χρέους για το 2025 αναμένεται να φέρει αναβάθμιση του αξιόχρεου από την ελάχιστη επενδυτική βαθμίδα του ΒΒΒ, που είναι σήμερα.
Στη συνέχεια το ΥΠΕΘΟ αναμένει μια νέα αναβάθμιση μέχρι και το 2028, που θα ανεβάσει το αξιόχρεο της χώρας στη βαθμίδα ΒΒΒ+ φτάνοντας τη χώρα στα πρόθυρα της βαθμίδας Α.
Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα το χαμηλότερο κόστος δανεισμού του Δημοσίου μέσω της συγκέντρωσης περισσότερων συντηρητικών επενδυτών, οι οποίοι θα αυξήσουν τη θέση τους στα ελληνικά ομόλογα, τα οποία θα κρατήσουν ως αποταμιευτικά προϊόντα.







