Η τετραετία της ακρίβειας κορυφώθηκε το 2025, αναγκάζοντας τα ελληνικά νοικοκυριά να αναδιατάξουν ριζικά τις προτεραιότητες δαπανών τους. Το 2026 διαφαίνεται ως έτος μετάβασης, με ηπιότερο πληθωρισμό αλλά μόνιμα πιο «σφιχτή» και ορθολογική κατανάλωση.
Το 2025 δεν ήταν χρονιά θεαματικών ανατροπών, αλλά έτος παγίωσης μιας νέας κανονικότητας για τον Έλληνα καταναλωτή: σταθερά υψηλό κόστος ζωής, περιορισμένο πραγματικό εισόδημα και αναγκαστική προσαρμογή. Παρά τη σχετική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, η σωρευτική επιβάρυνση της περιόδου 2021-2025 έχει ήδη αναδιαμορφώσει δομικά την καταναλωτική συμπεριφορά.
Η ακρίβεια ως μόνιμη συνθήκη και όχι «έκτακτο φαινόμενο»
Ο καθηγητής Μάρκετινγκ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Μπάλτας επισημαίνει ότι η ακρίβεια το 2025 δεν λειτούργησε ως αιφνίδια κρίση, αλλά ως σταθερό υπόβαθρο της καθημερινότητας. Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στο ενδεκάμηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2025 κινήθηκε στο 2,5%, ελαφρώς χαμηλότερα από το 2,7% του 2024. Ωστόσο, η εικόνα αυτή είναι παραπλανητικά ήπια σε σχέση με τη σωρευτική άνοδο 17,3% του ΔΤΚ από τον Νοέμβριο 2021 έως τον Νοέμβριο 2025.
Σε βασικούς κλάδους –διατροφή, στέγαση, ενέργεια– οι αυξήσεις ήταν πολύ υψηλότερες, με αποτέλεσμα ο μέσος καταναλωτής να νιώθει ότι οι τιμές «δεν γύρισαν ποτέ» στην προ κρίσης κανονικότητα. Η λήξη, στις 30 Ιουνίου 2025, του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, που είχε θεσπιστεί τον Δεκέμβριο 2021 για τον περιορισμό της αισχροκέρδειας, επανέφερε την αγορά σε πλήρη ελευθερία τιμολόγησης, τροφοδοτώντας επιφυλάξεις για την ικανότητα αυτορρύθμισης των ολιγοπωλιακών κλάδων.
Στροφή σε ιδιωτική ετικέτα και «τιμές που αντέχονται»
Έρευνες, όπως η ετήσια μελέτη του Εργαστηρίου Μάρκετινγκ του ΟΠΑ, δείχνουν ξεκάθαρη αναδιάταξη της καταναλωτικής δαπάνης. Τα νοικοκυριά μειώνουν την κατανάλωση, μετακινούνται σε φθηνότερα προϊόντα και καταστήματα, ενώ κυνηγούν συστηματικά προσφορές και εκπτώσεις. Στα τυποποιημένα προϊόντα, η στροφή προς ιδιωτική ετικέτα αποκτά πλέον διαρθρωτικό χαρακτήρα: το μερίδιο δαπάνης της ιδιωτικής ετικέτας στα σούπερ μάρκετ εκτιμάται ότι αγγίζει το 27%-28% στο τέλος του 2025, υψηλότερα από το 2024.
Δεδομένου ότι τα προϊόντα αυτά έχουν χαμηλότερες τιμές, το μερίδιο όγκου τους είναι ακόμη μεγαλύτερο, καταδεικνύοντας ότι οι καταναλωτές δεν αναζητούν απλώς «καλές τιμές», αλλά –όπως σημειώνει ο κ. Μπάλτας– «τιμές που μπορούν να αντέξουν». Η προσαρμογή είναι έντονα ταξική: τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα περιορίζουν ευρύτερα τις μη απαραίτητες δαπάνες, ενώ ακόμη και τα υψηλότερα στρώματα αναθεωρούν ανοδικά τον πήχη της οικονομικότητας.
Στέγη και ενέργεια: οι δύο μεγάλοι «φοροεισπράκτορες» του εισοδήματος
Η αγορά ακινήτων λειτουργεί ως βασικός επιταχυντής της πίεσης στα νοικοκυριά. Οι τιμές κατοικιών κινούνται πλέον σε επίπεδα αποκομμένα από τη χρηματοδοτική ικανότητα ακόμη και καλά αμειβόμενων εργαζομένων. Για τις περισσότερες οικογένειες, η αγορά κατοικίας παύει να αποτελεί ρεαλιστικό στόχο μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, ενώ τα ενοίκια σε ζώνες υψηλής ζήτησης απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.
Οι επιπτώσεις είναι πολλαπλές: καθυστερείται η αυτόνομη διαβίωση των νέων, δυσχεραίνεται η δημιουργία νέων οικογενειών και επιτείνεται το δημογραφικό πρόβλημα. Παράλληλα, η ακριβή ενέργεια παραμένει διπλή παγίδα: επιβαρύνει άμεσα τους λογαριασμούς και τα καύσιμα, αλλά και έμμεσα το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων, το οποίο μετακυλίεται στις τελικές τιμές.
Το 2026 ως έτος μετάβασης – αλλά όχι αυτόματης βελτίωσης
Οι προσδοκίες για το 2026 συγκλίνουν σε ένα πιο σταθερό περιβάλλον, κυρίως χάρη στην αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους. Εάν αυτή η τάση παγιωθεί, μπορεί να δώσει ανάσα στις λιανικές τιμές και να περιορίσει την αβεβαιότητα. Ωστόσο, η εμπειρία της τετραετίας έχει ήδη ενσωματωθεί στη νοοτροπία των νοικοκυριών: η σύνεση, η αυξημένη ευαισθησία στην τιμή και η προσεκτική σύγκριση επιλογών δύσκολα θα υποχωρήσουν.
Ο κ. Μπάλτας υπογραμμίζει ότι η σταθερότητα του 2025 έγινε αντιληπτή από μέρος της αγοράς ως «ηρεμία», αλλά από ένα άλλο, πιο πιεσμένο τμήμα, ως «στασιμότητα». Το 2026 μπορεί να είναι καλύτερο μόνο υπό την προϋπόθεση ενεργητικών παρεμβάσεων σε στέγη, ενέργεια και ανταγωνισμό στις αγορές – όχι απλώς με την αδράνεια της σημερινής κατάστασης.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η ελληνική κατανάλωση μπαίνει σε φάση ώριμης λιτότητας: λιγότερος αυθορμητισμός, περισσότερη λογική και μόνιμη στροφή σε value-for-money λύσεις. Αν η πολιτική δεν αντιμετωπίσει αποφασιστικά το κόστος στέγης και ενέργειας, ο νέος αυτός «λιτός» καταναλωτής θα παγιωθεί, με συνέπειες όχι μόνο για την ανάπτυξη, αλλά και για τη δημογραφική και κοινωνική συνοχή της χώρας.
#οικονομία #κατανάλωση #ακρίβεια #ιδιωτικήΕτικέτα #στέγαση #ενέργεια







