Η Ελλάδα ενίσχυσε αισθητά τη θέση της στον τουρισμό της Μεσογείου την τελευταία δεκαετία, όμως η Τουρκία κινήθηκε με πολλαπλάσια ταχύτητα, κερδίζοντας το μεγαλύτερο μερίδιο της πίτας. Τα νέα δεδομένα της μελέτης της Εθνικής Τράπεζας αναδεικνύουν ποιοι προορισμοί ανεβαίνουν, ποιοι κορεσμένοι γίγαντες χάνουν έδαφος και πού ακριβώς υστερεί η ελληνική στρατηγική.
Η τελευταία δεκαετία υπήρξε εξαιρετικά ευνοϊκή για τον ελληνικό τουρισμό, αλλά ακόμη ευνοϊκότερη για την Τουρκία. Σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, η Ελλάδα αύξησε το μερίδιό της στην περιφέρεια Ευρώπης – Μεσογείου από 4,4% σε 5%, κερδίζοντας 0,6 ποσοστιαίες μονάδες και καταλαμβάνοντας την πέμπτη θέση μεταξύ των χωρών με τη μεγαλύτερη άνοδο. Την ίδια στιγμή όμως, η Τουρκία πραγματοποίησε τουριστικό «άλμα», ενισχύοντας το δικό της μερίδιο κατά εντυπωσιακό 3%.
Το νέο τοπίο στη Μεσόγειο: Ποιοι ανεβαίνουν, ποιοι χάνουν
Η μελέτη καταγράφει μια σαφή αναδιάταξη ισχύος στον τουριστικό χάρτη της Μεσογείου. Πέρα από την Τουρκία, σημαντικά κέρδη καταγράφουν η Αίγυπτος (+1,2%), η Αλβανία (+0,8%) και η Πορτογαλία (+0,8%), ενώ στη δεκάδα των κερδισμένων προστίθενται Δανία, Τυνησία, Μαρόκο, Σερβία και Ολλανδία.
Στη νότια Μεσόγειο, Αίγυπτος, Τυνησία και Μαρόκο επιστρέφουν δυναμικά, αξιοποιώντας τρεις κρίσιμους παράγοντες: ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές, χαμηλό βαθμό κορεσμού σε σχέση με τους ώριμους προορισμούς και βελτιωμένο επίπεδο γεωπολιτικής σταθερότητας σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Στη βόρεια πλευρά της Μεσογείου, ξεχωρίζουν η Τουρκία και η Αλβανία, οι οποίες «πουλάνε» συνδυασμό κόστους, νέων υποδομών και ευελιξίας σε επενδύσεις.
Αντίθετα, παραδοσιακοί γίγαντες όπως η Ιταλία και η Ισπανία εμφανίζουν υποχώρηση μεριδίων κατά 1,3 και 0,4 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα. Οι αγορές αυτές δείχνουν να προσεγγίζουν τα όρια τουριστικού κορεσμού, με έντονη πίεση στις υποδομές, περιβαλλοντικές αντιδράσεις και πολιτικές περιορισμού του υπερτουρισμού. Συνολικά, η Μεσόγειος ενισχύει το ειδικό βάρος της, ανεβάζοντας το μερίδιό της στις παγκόσμιες αφίξεις από 44% το 2016 σε 50%, ενώ Δυτική και Ανατολική Ευρώπη χάνουν έδαφος.
Ελλάδα – Τουρκία: Η ψαλίδα των αφίξεων και τι κρύβει
Σε επίπεδο απόλυτων μεγεθών, η Ελλάδα πέτυχε σημαντική άνοδο: από 24,8 εκατ. διεθνείς αφίξεις το 2016 σε 31,3 εκατ. το 2019 και 36 εκατ. το 2024, καταγράφοντας αύξηση περίπου 45% (χωρίς να υπολογίζεται η κρουαζιέρα). Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 13 εκατ. επιπλέον ταξιδιώτες μέσα σε οκτώ χρόνια.
Η Τουρκία όμως κινήθηκε σε άλλη κλίμακα. Από 30,3 εκατ. διεθνείς αφίξεις το 2016, ανέβηκε σε 51,2 εκατ. το 2019 και 52,6 εκατ. το 2024, με συνολική αύξηση περίπου 74% και περίπου 22 εκατ. επιπλέον τουρίστες. Ακόμη και αν τα τουρκικά στοιχεία ενδέχεται να περιλαμβάνουν και κρουαζιέρα, η τάση είναι σαφής: η γειτονική χώρα αξιοποίησε την περίοδο αυτή για να παγιώσει ρόλο ηγετικής δύναμης στον τουρισμό της Μεσογείου.
Για το 2025, οι προβλέψεις τοποθετούν την Ελλάδα στις 37,7 εκατ. διεθνείς αφίξεις, με την Τουρκία να διατηρεί άνετη απόσταση ασφαλείας, πάνω από τα 50 εκατ. τουρίστες. Η ψαλίδα δεν κλείνει, απλώς σταθεροποιείται.
Τι κερδίσαμε και τι μένει να γίνει
Η ενίσχυση του ελληνικού μεριδίου δεν είναι αμελητέα. Σύμφωνα με την Εθνική Τράπεζα, περίπου το 40% της ανόδου των αφίξεων οφείλεται στη γενική μεγέθυνση της παγκόσμιας αγοράς (περίπου +25%), ενώ ένα επιπλέον 20% προέρχεται από την αυξημένη ελκυστικότητα της ίδιας της περιφέρειας Ευρώπης – Μεσογείου (από 45% σε 49% των παγκόσμιων αφίξεων). Με άλλα λόγια, η Ελλάδα επωφελήθηκε τόσο από το διεθνές «κύμα» όσο και από την αναβάθμιση της Μεσογείου ως προορισμού.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι αν ο ελληνικός τουρισμός αναπτύσσεται – αυτό είναι δεδομένο – αλλά αν η χώρα μπορεί να μετατρέψει την ποσοτική άνοδο σε ποιοτικό άλμα, με μεγαλύτερη μέση δαπάνη, επιμήκυνση σεζόν και στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό, ώστε να περιοριστεί το στρατηγικό πλεονέκτημα της Τουρκίας.
Σχόλιο SBCTV.gr: Τα στοιχεία της Εθνικής Τράπεζας δείχνουν ότι η Ελλάδα κολυμπά με το ρεύμα, ενώ η Τουρκία το διαμορφώνει. Χωρίς επιθετική στρατηγική σε τιμές, προϊόν και υποδομές, η χώρα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στον ρόλο του «αιώνιου δεύτερου» στη Μεσόγειο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για έσοδα, επενδύσεις και διαπραγματευτική ισχύ στο ευρύτερο γεωοικονομικό περιβάλλον.







