Μονοψήφιες, αλλά υπαρκτές, αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας δρομολογούν για το 2026 οι ασφαλιστικές εταιρείες, κινούμενες ουσιαστικά χωρίς το «φρένο» του νέου δείκτη ΕΔΑ της ΕΛΣΤΑΤ. Ταυτόχρονα η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ διαμορφώνει αυστηρότερους κανόνες διαφάνειας, χωρίς όμως να μπλοκάρει τις ανατιμήσεις.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες προετοιμάζουν για το 2026 νέες αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας, με στόχο –σύμφωνα με τις πληροφορίες– μονοψήφιες μεσοσταθμικές ανατιμήσεις. Η κίνηση αυτή γίνεται σε ένα ρευστό ρυθμιστικό περιβάλλον, όπου ο ειδικός δείκτης ΕΔΑ υγείας της ΕΛΣΤΑΤ, που θα λειτουργούσε ως σημείο αναφοράς για τα ισόβια συμβόλαια, παραμένει ακόμη στα χαρτιά.
Καθυστέρηση στον δείκτη ΕΔΑ και «παράθυρο» τιμολογιακής ευελιξίας
Ο δείκτης ΕΔΑ υγείας επρόκειτο αρχικά να παρουσιαστεί τον Δεκέμβριο του 2025, ωστόσο αυτό αποδείχθηκε ανέφικτο. Για να καταρτιστεί απαιτείται πλήρης βάση δεδομένων αποζημιώσεων μετά τις τελευταίες μεσοσταθμικές αυξήσεις 7% του 2025, κάτι που προϋποθέτει τουλάχιστον ένα ολοκληρωμένο ημερολογιακό έτος στοιχείων. Δεδομένου ότι οι αυξήσεις εφαρμόστηκαν τον Απρίλιο του 2025, η ουσιαστική περίοδος παρατήρησης ξεκινά μόλις από τον Απρίλιο του 2026.
Επιπλέον, η ΕΛΣΤΑΤ δεν έχει ακόμη δημοσιοποιήσει ούτε τη μεθοδολογία υπολογισμού του δείκτη μέσω της ιστοσελίδας της, ενώ η ίδια η υπηρεσία είναι ήδη «φορτωμένη» με άλλες στατιστικές εργασίες. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι ασφαλιστικές δεν μπορούν να περιμένουν την ολοκλήρωση του δείκτη για να τιμολογήσουν τις ανανεώσεις συμβολαίων, ιδίως στα ετησίως ανανεούμενα προγράμματα όπου δεν υφίσταται τυπικός περιορισμός πέραν του ανταγωνισμού.
Τι δείχνουν τα στοιχεία αποζημιώσεων για το 2025
Τα στοιχεία εξαμήνου 2025 δίνουν την πρώτη εικόνα για το πού θα κινηθούν οι τιμολογήσεις. Στα παλαιά ισόβια νοσοκομειακά προγράμματα –το «αγκάθι» της αγοράς– οι αποζημιώσεις αυξήθηκαν κατά 8,3% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2024, φτάνοντας τα 169,56 εκατ. ευρώ από 156,51 εκατ. ευρώ. Η αύξηση θεωρείται διαχειρίσιμη και επιτρέπει, σε πρώτη ανάγνωση, πιο συγκρατημένη στάση στις αυξήσεις αυτής της κατηγορίας.
Αντίθετα, στα ετησίως ανανεούμενα μονοετή συμβόλαια, οι αποζημιώσεις εκτοξεύθηκαν κατά 25,7% στο πρώτο εξάμηνο του 2025, στα 126,61 εκατ. ευρώ από 100,73 εκατ. ευρώ ένα χρόνο πριν. Η εκρηκτική αυτή άνοδος ασκεί ισχυρές πιέσεις στα τιμολόγια των νέων συμβολαίων, όπου οι εταιρείες έχουν μεγαλύτερη ελευθερία αναπροσαρμογών, αλλά και έντονο ανταγωνισμό μεταξύ τους.
Σε κάθε περίπτωση, η τελική εικόνα θα διαμορφωθεί όταν γίνουν γνωστά τα στοιχεία αποζημιώσεων για ολόκληρο το 2025, τα οποία μπορεί να ανατρέψουν τις σημερινές εκτιμήσεις.
Η απόφαση του ΣτΕ και ο παράγοντας φερεγγυότητα
Παράλληλα, η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις ρήτρες μονομερούς αναπροσαρμογής ασφαλίστρων θέτει αυστηρούς κανόνες, χωρίς όμως να απαγορεύει τις αυξήσεις. Το ΣτΕ κρίνει ότι τέτοιες ρήτρες είναι καταρχήν επιτρεπτές, υπό την προϋπόθεση ότι:
Πρώτον, δικαιολογούνται από «σπουδαίο λόγο», ο οποίος πρέπει να αναφέρεται ρητά στη σύμβαση. Δεύτερον, βασίζονται σε σαφή, κατανοητά και εύλογα κριτήρια, ώστε ο μέσος ασφαλισμένος να μπορεί να αντιληφθεί τον τρόπο και τις οικονομικές συνέπειες της αναπροσαρμογής. Τρίτον, συνοδεύονται από επαρκή πληροφόρηση πριν και κατά τη διάρκεια της σύμβασης, επιτρέποντας ουσιαστικό έλεγχο από τον πελάτη.
Οι ασφαλιστικές διαβάζουν την απόφαση ως «πράσινο φως» για αυξήσεις στα ισόβια συμβόλαια, εφόσον τεκμηριώνεται σοβαρός λόγος, όπως κίνδυνος για τη φερεγγυότητα και τα κεφάλαιά τους, τα οποία πρέπει να παραμένουν σε επίπεδα που απαιτεί ο επόπτης. Στα νέα τιμολόγια θα σταθμιστούν η ηλικία του ασφαλισμένου, το είδος του συμβολαίου, τα αυξημένα νοσοκομειακά κόστη και, βεβαίως, ο ανταγωνισμός.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η αγορά ιδιωτικής υγείας εισέρχεται σε φάση «σιωπηρής» αναδιάρθρωσης: οι εταιρείες αξιοποιούν το κενό του δείκτη ΕΔΑ και την ευελιξία στα μονοετή συμβόλαια για να μετακυλίσουν κόστη, ενώ το ΣτΕ ουσιαστικά επιβάλλει ένα νέο συμβόλαιο εμπιστοσύνης με τον ασφαλισμένο. Το πραγματικό διακύβευμα για τα νοικοκυριά δεν είναι μόνο το ύψος της αύξησης, αλλά αν θα έχουν διαφάνεια και δυνατότητα επιλογής σε ένα περιβάλλον όπου η ιδιωτική κάλυψη υγείας τείνει να γίνει αναγκαίο συμπλήρωμα του δημόσιου συστήματος.







