Μπλόκο Βρυξελλών στο «ιταλικό μοντέλο» και νέος γύρος μάχης για το ρεύμα της βιομηχανίας

Σε αδιέξοδο οδηγείται το ελληνικό σχέδιο για φθηνότερο ρεύμα στη βιομηχανία, καθώς η Κομισιόν απορρίπτει την προσαρμοσμένη εκδοχή του «ιταλικού μοντέλου» και επιμένει στο νέο πλαίσιο CISAF. Το ΥΠΕΝ ανοίγει δεύτερο γύρο διαπραγμάτευσης, ποντάροντας στην αντιστάθμιση CO₂ και σε τεχνικές παρεμβάσεις, ενώ η ΕΒΙΚΕΝ μιλά για ανατροπή σχεδιασμών ερήμην της βιομηχανίας.

Το ενεργειακό κόστος παραμένει η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής βιομηχανίας, η οποία εξακολουθεί να πληρώνει τουλάχιστον 20% ακριβότερο ρεύμα σε σχέση με ανταγωνιστές της στην Κεντρική Ευρώπη. Το φιλόδοξο ελληνικό πακέτο μέτρων, με «κουμπαρά» περίπου 150 εκατ. ευρώ ετησίως για τρία χρόνια, χρηματοδοτούμενο κυρίως από έσοδα δημοπρασιών δικαιωμάτων CO₂, προσκρούει στη νέα γραμμή της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Κομισιόν.

Το CISAF ακυρώνει το «ιταλικό μοντέλο»

Κομβικό σημείο είναι η εφαρμογή του νέου κοινοτικού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων CISAF. Σύμφωνα με αυτό, η τελική τιμή ρεύματος για μια βιομηχανία, μετά τις ενισχύσεις, δεν μπορεί να πέσει κάτω από τα 50 ευρώ/MWh. Επιπλέον, η ενίσχυση δεν επιτρέπεται να συνδυαστεί με άλλες μορφές στήριξης, όπως τα αυξημένα έσοδα από τις δημοπρασίες CO₂ που εισπράττουν οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις μέσω αντιστάθμισης.

Η ελληνική πρόταση βασιζόταν ακριβώς σε έναν τέτοιο συνδυασμό: μια παραλλαγή του «ιταλικού μοντέλου» –ενεργειακό «δάνειο» τριετίας με υποχρέωση επιστροφής διπλάσιας ενέργειας σε βάθος 20ετίας– και ταυτόχρονη ενίσχυση των ποσών αντιστάθμισης. Οι Βρυξέλλες απαντούν ότι όταν εγκρίθηκε de facto το ιταλικό σχήμα δεν υπήρχε θεσμοθετημένο πλαίσιο, ενώ πλέον «οι κανόνες ισχύουν για όλους» και δεν χωρούν παρεκκλίσεις.

Η στάση αυτή δεν προκαλεί τριγμούς μόνο στην Αθήνα. Μεγάλες οικονομίες όπως η Γερμανία πιέζουν επίσης για δυνατότητα αξιοποίησης πρόσθετων πόρων πέραν του CISAF, θεωρώντας το ανεπαρκές για ουσιαστική μείωση του ενεργειακού κόστους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Οι τεχνικές κινήσεις του ΥΠΕΝ στην αντιστάθμιση CO₂

Μπροστά στο αδιέξοδο, το ΥΠΕΝ επιχειρεί δύο παράλληλες κινήσεις: αφενός να βελτιωθεί το ίδιο το CISAF μέσω νέου κύκλου διαπραγματεύσεων, αφετέρου να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη από τον αναθεωρημένο μηχανισμό αντιστάθμισης κόστους CO₂ για την περίοδο 2026-2030.

Σήμερα η αντιστάθμιση βασίζεται σε εθνικό συντελεστή εκπομπών CO₂, ο οποίος στην Ελλάδα, λόγω απολιγνιτοποίησης, έχει μειωθεί από 0,73 σε 0,58 tCO₂/MWh, περιορίζοντας τα ποσά ενίσχυσης. Στόχος του ΥΠΕΝ είναι να ληφθεί υπόψη περιφερειακός συντελεστής, που θα ενσωματώνει το βαρύτερο ανθρακικό αποτύπωμα γειτονικών χωρών όπως η Βουλγαρία (0,91 tCO₂/MWh) και η Ρουμανία (0,96 tCO₂/MWh), ώστε να αυξηθεί ο διαθέσιμος «κουμπαράς».

Παράλληλα, οι νέες κατευθύνσεις επιτρέπουν κάλυψη έως 80% της κατανάλωσης μέσω αντιστάθμισης (από 75% σήμερα) και δυνατότητα ένταξης επιπλέον κλάδων. Η Ελλάδα στοχεύει ιδιαίτερα στην τσιμεντοβιομηχανία, επικαλούμενη την άνιση μάχη με χώρες όπως η Τουρκία που δεν συμμετέχουν στο ETS. Ωστόσο, για να εγκριθεί η ένταξη, απαιτείται ευρωπαϊκή μελέτη που να αποδεικνύει ότι ο κλάδος πλήττεται συνολικά από διεθνή ανταγωνισμό και υψηλό κόστος CO₂ – κάτι που δεν είναι αυτονόητο, καθώς ο ευρωπαϊκός κλάδος τσιμέντου έχει ήδη συρρικνωθεί.

Η αντίδραση της ΕΒΙΚΕΝ και τα «αυτονόητα» μέτρα

Ο σύνδεσμος των ελληνικών ενεργοβόρων βιομηχανιών, ΕΒΙΚΕΝ, εκφράζει έντονες επιφυλάξεις, υποστηρίζοντας ότι αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία εφαρμογής του ιταλικού μοντέλου, τότε «ανατρέπονται όσα σχεδιάζονταν επί μήνες ερήμην της βιομηχανίας». Ο πρόεδρος Αντώνης Κοντολέων επισημαίνει ότι η εμπλοκή στις κρατικές ενισχύσεις δεν δικαιολογεί την αδράνεια σε απλά, άμεσα μέτρα μείωσης κόστους.

Ενδεικτικά ζητεί την απόδοση στη βιομηχανία των 17 εκατ. ευρώ ετησίως από το ΕΤΜΕΑΡ που οφείλονται από το 2022, την άρση της «λανθασμένης» ενιαίας χρέωσης ΕΤΜΕΑΡ στη μέση τάση για επιλέξιμες και μη επιχειρήσεις, καθώς και ενίσχυση της ΡΑΑΕΥ για ουσιαστικό έλεγχο στην αγορά εξισορρόπησης. Θέτει επίσης το ερώτημα γιατί, παρά τις νέες διασυνδέσεις με Κρήτη και Κυκλάδες, δεν μειώνονται οι χρεώσεις ΥΚΩ, ενώ αυξάνονται τα τέλη χρήσης συστήματος, παρότι –όπως υποστηρίζει– οι βιομηχανίες δεν ευθύνονται για το έλλειμμα του ειδικού λογαριασμού ΥΚΩ.

Σχόλιο SBCTV.gr: Η σύγκρουση CISAF – εθνικών σχεδίων αποκαλύπτει το στρατηγικό κενό της ΕΕ: επιχειρεί να προστατεύσει την ενιαία αγορά, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει πραγματικά ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας για τη βιομηχανία της. Για την Ελλάδα, το ρίσκο είναι διπλό: αν χαθεί και το παράθυρο της αντιστάθμισης CO₂ και δεν προχωρήσουν τα «αυτονόητα» εθνικά μέτρα, η ενεργοβόρος βιομηχανία θα δει το χάσμα κόστους με την Ευρώπη να παγιώνεται, με άμεσες συνέπειες σε επενδύσεις, εξαγωγές και θέσεις εργασίας.

#ενεργειακό_κόστος #βιομηχανία #ενέργεια #Κομισιόν #CO2

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.